Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Η ταινία «ΠΑΝ-δή-ΜΙΑ» του Δημήτρη Πιατά "βιντεο"

 


         πανδημία





Η ταινία "ΠΑΝ-δή-ΜΙΑ" με δεύτερο τίτλο "ΟΛΑ-λοιπόν-ΕΝΑ" είναι η αυθαίρετη μετάφραση του ΠΑΝ σε ΟΛΑ, του αρχαϊκού "δή" που σημαίνει "λοιπόν" και το ΜΙΑ που μεταφράζεται σε ΕΝΑ....
´´....γυρίστηκε για την ΚΡΙΣΗ....με την ΚΡΙΣΗ...Είναι μια μαύρη κωμωδία, μιας εμπριμέ χρεοκοπίας.
Παρουσιάζει μια χώρα σουρεαλιστική, όπου συμμορίες, Μ.Α.Τ., Μ.Μ.Ε., διαπλεκόμενοι δημοσιογράφοι, έμποροι ναρκωτικών, ολιγάρχες, τηλεοπτικές περσόνες, μια ερωτική ιστορία, μπλέκονται μεταξύ τους...ΟΛΟΙ...για να γίνουν ΕΝΑ....ΠΑΝ-δή-ΜΙΑ...... Στο τέλος θα πουλήσουμε ´´μήλα´´ στο διαδίκτυο για να μειώσουμε το δημόσιο χρέος. Είναι η σατιρική μάτια του σκηνοθέτη-σεναριογράφου Δημήτρη Πιατά, απέναντι στους δανειστές μας....Τα  ΜΗΛΑ, η βαριά βιομηχανία μας, σημειολογικά μπορεί να είναι το προπατορικό αμάρτημά ή η αρχή για να φτιάξεις «μηλόπιτα» ...
Με χιουμοριστική διάθεση ο Δημήτρης Πιατάς γράφει για την «ΠΑΝ-δή-ΜΙΑ»: «Πρόθεση μου ήταν να κάνω κινηματογραφική ταινία – μυθοπλασίας – αλλά με την κρίση που μαστίζει την χώρα μας μου βγήκε – ντοκιμαντέρ!...γιατί το φόντο της ταινίας ήταν η χρεοκοπημένη Ελλάδα-υπαρκτό πρόβλημα, ο κανιβαλισμός  των κίτρινων  Μ.Μ.Ε. - βλέπε διασυρμό του Καθηγητή Φιλοσοφίας και τέως Πρύτανη Θεοδόση Πελεγρίνη, λόγω ενασχόλησης του με τα καλλιτεχνικά και τέλος ο τίτλος της ταινίας που παραπέμπει στο διεθνές πρόβλημα του ΕΜΠΟΛΑ....αυτό το λάθος, είναι η αρχή της κωμωδίας μου...όμως επιμένω ότι έκανα ταινία μυθοπλασίας και όχι ντοκιμαντέρ...Κωμωδία...αλλά ΜΑΥΡΗ!....»






               





πηγη:http://www.koutipandoras.gr/article/135711/pan-di-mia-toy-dimitri-piata-mia-vraveymeni-mayri-komodia

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Πιέρ Πάολο Παζολίνι: Ο καταναλωτισμός είναι φασισμός χειρότερος από τον κλασικό




Μια αδημοσίευτη στην Ελλάδα συνέντευξη του μεγάλου Ιταλού σκηνοθέτη, η οποία δόθηκε τρεις μέρες πριν τη δολοφονία του το 1975

 Μετάφραση – πρόλογος: Θανάσης Αποστόλου

Στις 30 Οκτωβρίου του 1975, τρεις μέρες πριν την δολοφονία του, ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι παραχώρησε συνέντευξη τύπου στη Στοκχόλμη, όπου είχε μεταβεί για να παρουσιάσει τη νέα του ταινία Σαλό ή οι 120 ημέρες στα Σόδομα. Το αιφνίδιο γεγονός του θανάτου του ματαίωσε τη ραδιοφωνική αναμετάδοσή της, με αποτέλεσμα το αρχείο να παραπέσει για χρόνια. Τελικά η συνέντευξη –εκτενή αποσπάσματα της οποίας παραθέτουμε εδώ– ήρθε στο φως της δημοσιότητας το 2011. Επανεμφανίστηκε τότε, για άλλη μια φορά, η ρηξικέλευθη, ανυποχώρητα κριτική και στοχαστική, ενίοτε απελπισμένη, αλλά πάντοτε μαχητική φωνή του Παζολίνι.
Η πλήρης επικράτηση του καταναλωτισμού, η συνεπακόλουθη πολιτισμική ομογενοποίηση και ισοπέδωση, ο ολοένα πιο ασφυκτικός έλεγχος της ίδιας της ζωής από την ανεξέλεγκτη, σχεδόν άναρχη δύναμη της εξουσίας, η χειραγώγηση των σωμάτων μέσω της βιοπολιτικής είναι μόνο μερικά από τα ζητήματα που ο Παζολίνι έθιξε στο πλαίσιο αυτής της συνέντευξης. Σαράντα χρόνια μετά, η σκέψη του όχι μόνο επιβεβαιώνεται πολλαπλώς, αλλά συνεχίζει να φωτίζει το κοινωνικοπολιτικό και πολιτισμικό παρόν και τις συντελεσμένες συμφορές, που επέφερε η παρούσα τάξη πραγμάτων.
Ακολουθεί λοιπόν η φωνή της «καλύτερης νιότης», εκείνη που αμφιβάλει για όλα και αναμετριέται με όλα, εκείνη που δε συνετίζεται και επιμένει· είναι η φωνή του Πιέρ Πάολο Παζολίνι που έχει πάντα στο κέντρο της την αγάπη για τον άνθρωπο στην ολότητά του.

Κυρίες και κύριοι, ο κύριος Παζολίνι βρίσκεται εδώ για να παρουσιάσει τη νέα του ταινία. Μόλις την τελείωσε και πρόκειται για μια ταινία που αφορά τα Σόδομα…
Νομίζω ότι είναι η πρώτη φορά που έκανα μια ταινία της οποίας η αρχική ιδέα δεν ήταν δική μου. Η ταινία προτάθηκε στον Σέρτζιο Τσίττι και –όπως πάντα– τον βοήθησα στη συγγραφή του σεναρίου. Καθώς προχωρούσαμε ο Τσίττι άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον του για την ταινία, ενώ εγώ ένιωθα να την αγαπώ όλο και πιο πολύ, ειδικά από τη στιγμή που είχα την ιδέα αυτή να διαδραματίζεται το ’45, κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών της Δημοκρατίας του Σαλό. Απ’ την άλλη, ο Τσίττι άρχισε να σκέφτεται ένα άλλο θέμα και εγκατέλειψε τελείως το συγκεκριμένο σχέδιο εργασίας· οπότε, δεδομένου ότι εγώ είχα ερωτευτεί το εν λόγω σχέδιο, ήμουν εγώ και αυτός που το ολοκλήρωσε. Ούσα βασισμένη στον Σαντ, η ταινία αυτή περιστρέφεται γύρω από την αναπαράσταση του σεξ. Όμως η οπτική μου για το θέμα αυτό έχει αλλάξει σε σχέση με τις τρεις τελευταίες ταινίες μου, που αποκαλώ Η τριλογία της ζωήςΤο δεκαήμεροΤις ιστορίες του Καντέρμπερυ και τις Χίλιες και μία νύχτες. Σε αυτή την ταινία, το σεξ δεν είναι παρά μια αλληγορία, μια μεταφορά για την πραγμοποίηση των σωμάτων που συντελείται από την εξουσία. Νομίζω ότι ο καταναλωτισμός χειραγωγεί και βιάζει τα σώματα στον ίδιο βαθμό που το έκανε και ο Ναζισμός. Η ταινία μου παρουσιάζει τη δυσοίωνη σύμπτωση μεταξύ Ναζισμού και καταναλωτισμού. Βέβαια δε γνωρίζω αν αυτό θα γίνει κατανοητό από το κοινό, γιατί η ταινία έχει αινιγματικό χαρακτήρα, παρουσιάζεται σχεδόν σαν ένα ιερό δράμα, όπου η λέξη «ιερό» έχει εδώ τη διττή Λατινική σημασία της, η οποία εμπεριέχει και την έννοια του «καταραμένου».

Γιατί επιλέξετε τη χρονιά του 1945 για την ταινία σας;
Ήθελα να αναπαραστήσω το τέλος ενός κόσμου, όχι τις μέρες της μεγαλύτερης δόξας του. Ήταν μια ποιητική επιλογή — θα μπορούσα να την είχα τοποθετήσει στο ’38, στο ’39 ή στο ’37, όμως θα ήταν λιγότερο ποιητική.

Τι το ποιητικό έχει αυτή η περίοδος;
Η παρακμή και το λυκόφως είναι στοιχεία καθαυτά ποιητικά. Αν την είχα τοποθετήσει κατά την περίοδο της ακμής του Ναζισμού, η ταινία θα ήταν ανυπόφορη. Το να γνωρίζει ο θεατής ότι όλα αυτά συντελέστηκαν τις τελευταίες μέρες και ότι σύντομα πρόκειται να τελειώσουν, του προσφέρει κάποιο αίσθημα ανακούφισης. Ουσιαστικά αυτή η ταινία μιλά για την πραγματική αναρχία, που δεν είναι άλλη από την αναρχία της εξουσίας.

Είστε ποιητής και κινηματογραφιστής. Υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ αυτών των δυο ρόλων;
Σε ό,τι με αφορά, υπάρχει βαθιά ενότητα μεταξύ αυτών των δύο. Νιώθω ως εάν ήμουν ένας δίγλωσσος συγγραφέας.

Απ’ την στιγμή που έχετε την δυνατότητα να κάνετε ταινίες εντός του συστήματος, πως επιλέγετε τα θέματά σας; Απολαμβάνετε την ίδια ελευθέρια που έχετε όταν γράφετε ποίηση ή πρέπει να λαμβάνετε υπόψη το κοινό; Αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα;
Αυτό δεν είναι ένα πρόβλημα ηθικό, πολιτικό ή πρακτικό. Είναι ζήτημα αισθητικό, δηλαδή αποτελεί μέρος της μετρικής και της προσωδίας μιας ταινίας το γεγονός ότι αυτή χαρακτηρίζεται από κάποιο βαθμό ευαναγνωσιμότητας και απλότητας. Ας γίνω πιο σαφής: ας πάρουμε την ακραία περίπτωση μιας ταινίας απολύτως πρωτοποριακής –δηλαδή «δυσανάγνωστης» όπως θα έλεγε ο Φιλίπ Σολλέρ– και ενός λογοτεχνικού κειμένου της ίδιας κατηγορίας. Ε λοιπόν, μεταξύ των δύο, η ταινία είναι πιο ευανάγνωστη. Υπάρχει μεγαλύτερος βαθμός απλότητας και ευαναγνωσιμότητας σε μια ταινία γιατί τα στοιχεία αυτά είναι εγγενή της ίδιας της κινηματογραφικής τεχνικής.

Έχετε αποχαιρετήσει οριστικά τον ρεαλισμό των πρώτων σας ταινιών;
Δεν συμφωνώ με αυτό. Μετά από δεκαπέντε χρόνια παίξανε επιτέλους στην Ιταλική τηλεόραση τον Ακαττόνε. Συνειδητοποιήσαμε ότι δε πρόκειται καθόλου για ένα ρεαλιστικό φιλμ. Είναι ένα όνειρο, είναι μια ονειρική ταινία.

Δεν την θεωρήσανε ως μια ρεαλιστική ταινία στην Ιταλία;
Ναι, αλλά επρόκειτο για παρανόηση. Όταν την έφτιαχνα ήξερα ότι κάνω μια πολύ λυρική ταινία, όχι ονειρική όπως φαίνεται τώρα, αλλά βαθύτατα λυρική. Δεν χρησιμοποίησα δίχως λόγο το συγκεκριμένο μουσικό σχόλιο, και την κινηματογράφησα με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Τότε συνέβη αυτό: ο πραγματικός κόσμος, από τον οποίο άντλησα την έμπνευσή μου για τον Ακαττόνε, κατέρρευσε, δεν υπάρχει πια, έτσι η ο Ακαττόνε είναι ένα όνειρο κείνου του κόσμου.

Προτιμάτε τους μη επαγγελματίες ηθοποιούς. Πως εργάζεστε; Αναζητάτε κάποιο περιβάλλον, και αφού το εντοπίσετε, επιλέγετε κατόπιν τα πρόσωπα;
Όχι, δεν είναι ακριβώς έτσι. Εάν η ταινία μου διαδραματίζεται σε λαϊκό περιβάλλον, επιλέγω λαϊκούς ανθρώπους, δηλαδή μη επαγγελματίες ηθοποιούς, γιατί πιστεύω ότι είναι αδύνατο για έναν μεσοαστό ηθοποιό να υποκριθεί τον χωριάτη ή τον εργάτη. Θα έμοιαζε ανυπόφορα ψεύτικο. Αλλά αν κάνω μια ταινία που τοποθετείται στον κοινωνικό περίγυρο των αστών, από την στιγμή που δεν μπορώ να ζητήσω από κάποιον γιατρό, δικηγόρο ή μηχανικό να παίξουν για μένα, παίρνω επαγγελματίες ηθοποιούς. Φυσικά αναφέρομαι στην Ιταλία όπως αυτή ήταν πριν από μια δεκαετία. Εάν ήμουν στη Σουηδία, πιθανότατα να χρησιμοποιούσα πάντοτε ηθοποιούς, εφόσον δεν υπάρχει πλέον διαφορά μεταξύ ενός μεσοαστού και ενός εργάτη. Αναφέρομαι σε μια πραγματικότητα φυσιογνωμικής τάξης. Στην Ιταλία, μεταξύ αυτών των δύο, υφίσταται διαφορά όμοια με εκείνη που υπάρχει μεταξύ ενός λευκού και ενός μαύρου.

Έχετε πάρει μέρος στον διάλογο μεταξύ Μαρξιστών και Καθολικών στην Ιταλία;
Δεν υπάρχουν πια Μαρξιστές και Καθολικοί στην Ιταλία — δεν υπάρχουν πλέον Καθολικοί στην Ιταλία.

Μπορείτε τότε να μας εξηγήσετε πως έχει η κατάσταση;
Στην Ιταλία έγινε μία επανάσταση, που ήταν και η πρώτη στην ιστορία της, ενώ σε άλλες μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες συντελέστηκαν τέσσερις ή πέντε επαναστάσεις που οδήγησαν στην ενοποίησή τους. Σκέφτομαι την ενοποίηση που επέφερε η μοναρχία, την Λουθηρανική μεταρρυθμιστική επανάσταση, την Γαλλική αστική επανάσταση και την πρώτη βιομηχανική επανάσταση. Αντί γι’ αυτό, στην Ιταλία η πρώτη επανάσταση ταυτίζεται με την δεύτερη φάση της βιομηχανικής επανάστασης, δηλαδή τον καταναλωτισμό, και αυτό είχε ως συνέπεια την ριζική αλλαγή της Ιταλικής κουλτούρας από ανθρωπολογική άποψη. Προηγουμένως η διαφορά μεταξύ εργάτη και αστού ήταν τόσο εμφανής όσο εκείνη μεταξύ δύο φυλών. Τώρα αυτή η διαφορά έχει σχεδόν αφανιστεί. Και η κουλτούρα που υπέστη την μεγαλύτερη καταστροφή ήταν εκείνη των αγροτών, που τότε ήταν Καθολική. Έτσι το Βατικανό δεν έχει πια πίσω του αυτήν την τεράστια μάζα των Καθολικών αγροτών. Οι εκκλησίες είναι άδειες, οι εκκλησιαστικές σχολές, επίσης. Εάν επισκεφτείτε την Ρώμη δεν θα δείτε στους δρόμους της να περπατούν οι φοιτητές των εκκλησιαστικών σχολών, και στις δύο τελευταίες εκλογές η κοσμική ψήφος θριάμβευσε. Και οι μαρξιστές, από ανθρωπολογική άποψη, έχουν αλλάξει από την καταναλωτική επανάσταση. Ζουν με άλλο τρόπο, έχουν μιαν άλλη ποιότητα ζωής, με άλλα πολιτισμικά μοντέλα, και η ιδεολογία τους έχει επίσης μεταβληθεί.

Είναι ταυτόχρονα μαρξιστές και καταναλωτές;
Υπάρχει αυτή η αντίφαση — όλοι εκείνοι που διακηρύσσουν ότι είναι μαρξιστές ή ψηφίζουν μαρξιστές, είναι ταυτόχρονα καταναλωτές. Ακόμη και το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα έχει αποδεχτεί αυτή την εξέλιξη.

Όταν κάνετε λόγο για μαρξιστές, αναφέρεστε στο Κομμουνιστικό Κόμμα ή και σε άλλες ομάδες;
Σε όλους — κομμουνιστές, σοσιαλιστές, εξτρεμιστές. Για παράδειγμα, οι Ιταλοί εξτρεμιστές βάζουν βόμβες κι έπειτα το βράδυ βλέπουν τηλεοπτικά σόου.

Υφίσταται ακόμα ο διαχωρισμός της κοινωνίας σε τάξεις;
Οι τάξεις ακόμα υφίστανται αλλά –και εδώ έγκειται η Ιταλική ιδιομορφία– η ταξική πάλη διεξάγεται πια στο οικονομικό και όχι στο πολιτισμικό επίπεδο. Μεταξύ ενός μεσοαστού και ενός εργάτη η διαφορά είναι οικονομική, δεν είναι πλέον πολιτισμική.

Τι συμβαίνει με το νεοφασιστικό κίνημα;
Ο φασισμός τέλειωσε εφόσον στηρίχτηκε στο Θεό, την οικογένεια, την πατρίδα και τον στρατό, τα οποία είναι τώρα λέξεις που έχουν χάσει την σημασία τους. Δεν υπάρχουν πλέον Ιταλοί που συγκινούνται στη θέα της σημαίας.

Υπάρχει γενικευμένη αποσύνθεση της Ιταλικής κοινωνίας σήμερα, δεν αληθεύει αυτό;
Θεωρώ τον καταναλωτισμό φασισμό χειρότερο από τον κλασικό, επειδή ο κληρικαλικός φασισμός στην πραγματικότητα δεν μεταμόρφωσε τους Ιταλούς, δεν πέρασε μέσα τους. Ήταν ολοκληρωτισμός αλλά όχι ολοκληρωτικός. Θα σας δώσω μόνο ένα παράδειγμα: ο φασισμός προσπάθησε, επί είκοσι χρόνια που ήταν στην εξουσία, να εξαλείψει τις διαλέκτους και δεν το κατόρθωσε. Εν αντιθέσει ο καταναλωτισμός, που διατείνεται ότι θέλει να προστατέψει τις διαλέκτους, τις καταστρέφει.

Νομίζεται ότι υπάρχει κάποια ορισμένη ισορροπία μεταξύ αυτών των δύο διαφορετικών δυνάμεων;
Υπάρχει χαοτική ισορροπία.

Από πού προκύπτει αυτό το χάος;
Είναι η «αναπτυξιακή» κρίση της Ιταλίας. Η Ιταλία πέρασε γοργά από την συνθήκη της υπανάπτυκτης χώρας σε εκείνη της αναπτυγμένης· και όλο αυτό συνέβη σε μια περίοδο πέντε, έξι ή επτά χρόνων. Είναι σαν να παίρνεις τα μέλη μιας φτωχής οικογένειας και να τα μεταβάλλεις σε εκατομμυριούχους. Θα έχαναν την ταυτότητά τους. Οι Ιταλοί αυτή την στιγμή έχουν απολέσει την ταυτότητά τους. Εν αντιθέσει όλες οι άλλες χώρες, είτε είναι ήδη αναπτυγμένες –ανάπτυξη που συντελέστηκε σταδιακά, τουλάχιστον κατά τους δύο τελευταίους αιώνες–, είτε βρίσκονται σε προαναπτυξιακό στάδιο, όπως αυτές του Τρίτου Κόσμου.
ΠΗΓΗ:  http://www.e-dromos.gr/pazolini/#sthash.X07gp2JE.dpuf

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Τιμπουκτού - Timbuktu Full HD Greek Trailer


          



Το ΤΙΜΠΟΥΚΤΟΥ αφηγείται την κατοχή της πόλης του Μάλι το 2012 από τζιχαντιστές και στήνει ένα πορτραίτο μιας χώρας υπό ομηρεία. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από το θάνατο μιας αγελάδας, με το όνομα GPS, «ένα κατάλληλο σύμβολο για μια χώρα που έχει χάσει το δρόμο της», σύμφωνα με τον Peter Bradshaw του The Guardian. Στην ταινία, οι Ισλαμιστές ζηλωτές απαγορεύουν αθώες απολαύσεις, όπως η μουσική και το ποδόσφαιρο, ενώ δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν το μαστίγωμα ή το λιθοβολισμό στην άσκηση της εξουσίας τους. Το Τιμπουκτού δεν είναι πια tombouctou la mysterieuse,το μαγικό μέρος του θρύλου, αλλά ένα σκληρό,αμείλικτο μέρος μισαλλοδοξίας και φόβου.




         

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Οι βραβευμένες ταινίες μικρού μήκους του Φεστιβάλ Δράμας 2014 στην Κινηματογραφική Λέσχη Νάξου



Η Κινηματογραφική Λέσχη Νάξου προβάλλει τις βραβευμένες ταινίες μικρού μήκους του Φεστιβάλ Δράμας 2014.
Την Πέμπτη & Παρασκευή 27 & 28 Νοεμβρίου 2014 στις 9.00 μ.μ. στο Πνευματικό Κέντρο της Καθολικής Μητρόπολης στο Κάστρο της Χώρας.

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Η επιστήμη του «Interstellar»



Στην ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν που προβάλλεται εδώ και λίγες ημέρες στις κινηματογραφικές αίθουσες το τέλος του κόσμου δεν έχει έρθει ακριβώς, αλλά επίκειται.

Οι σοδειές καταρρέουν σε όλον τον κόσμο και η τελευταία γενιά της ανθρωπότητας έχει ήδη γεννηθεί. Πρέπει να φύγουμε από αυτόν τον πλανήτη. Και ο προορισμός μας δεν μπορεί να είναι απλώς ένας δορυφόρος του ηλιακού μας συστήματος. Πρέπει να πάμε σε άλλες αστρικές γειτονιές – το ταξίδι μας θα είναι… «Interstellar». Κάτι τέτοιο ωστόσο απαιτεί αρκετή σοβαρή επιστήμη.
Η ταινία έχει «σκληρά» επιστημονικά διαπιστευτήρια – εγγύηση γι’ αυτό αποτελεί η επιλογή ως επιστημονικού συμβούλου και παραγωγού του Κιπ Θορν, ενός από τους κορυφαίους στον κόσμο ειδικούς στη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν.
«Τα πράγματα που μου αποκάλυψε ήταν πολύ πιο εξωτικά και συναρπαστικά από οτιδήποτε θα μπορούσα να φανταστώ ως σεναριογράφος» δήλωσε ο κ. Νόλαν στο «New Scientist».
Ορισμένοι κριτικοί κινηματογράφου στο εξωτερικό είπαν ότι θα ήθελαν να είχαν ξεσκονίσει λίγο τη Φυσική τους προτού δουν την ταινία – σας παρουσιάζουμε λοιπόν έναν οδηγό χωρίς «spoiler» για όλα όσα θα πρέπει να γνωρίζετε βλέποντας το «Interstellar».
Τι είναι αυτή η «σκόνη» που απειλεί τις προμήθειες τροφίμων της Γης;
Ο παράγοντας της καταστροφής είναι ένας βλαβερός μύκητας. Στην ταινία, η οποία εκτυλίσσεται στη Γη στο εγγύς μέλλον, η ασθένεια εξαπλώνεται ραγδαία σε όλον τον κόσμο και έχει ήδη αφανίσει ως σοδειές το σιτάρι και την μπάμια.
Στον πραγματικό κόσμο ασθένειες των φυτών που προκαλούνται από μύκητες αποτελούν πράγματι μια σοβαρή απειλή: μια τέτοια είναι π.χ. η ερυσίβη ή περονόσπορος – η οποία υπήρξε μεταξύ άλλων υπεύθυνη για τον λιμό της πατάτας στην Ιρλανδία – ενώ ένας άλλος μύκητας, ο Ug99, απειλεί σήμερα το σιτάρι.
Ο Νόρμαν Μπόρλογκ, επονομαζόμενος και «πατέρας της Πράσινης Επανάστασης», έχει επισημάνει ότι «ο Ug99 έχει τεράστιες δυνατότητες κοινωνικής και ανθρώπινης καταστροφής».
Ο Κρίστοφερ Νόλαν επηρεάστηκε από την πραγματική οικολογική καταστροφή που προκάλεσαν στη Βόρεια Αμερική στη δεκαετία του 1930 οι αμμοθύελλες (Dust Bowl), οι οποίες «φύσηξαν» και αποξήραναν το πλούσιο και απαραίτητο για τη γεωργία ανώτερο στρώμα χώματος του εδάφους ερημώνοντας τεράστιες εκτάσεις και προκαλώντας πείνα και μαζικές εκτοπίσεις πληθυσμών – μια κατάσταση η οποία θα μπορούσε να επαναληφθεί με την ξηρασία που πλήττει αυτόν τον καιρό τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μην αποθαρρύνεστε όμως. Σκεφτείτε το σλόγκαν της ταινίας: το τέλος της Γης δεν θα είναι το τέλος μας.
Πώς μπορούμε να εξασφαλίσουμε την επιβίωση του ανθρώπινου είδους;
Το να εποικίσουμε τους γειτονικούς μας πλανήτες και τους δορυφόρους τους θα είναι το πρώτο βήμα. Από τη στιγμή που θα έχουμε φθάσει στο καινούργιο σπίτι μας θα χρειαστεί να καλλιεργήσουμε σοδειές (επιστήμονες έχουν ξεκινήσει εδώ και καιρό μελέτες για την ανάπτυξη θερμοκηπίων κατάλληλων για τον Αρη) και να εγκαταστήσουμε έναν βιώσιμο πληθυσμό.
 .
.
Η καημένη η Αν Χάθαγουεϊ, η οποία παίζει τη μοναδική γυναίκα-αστροναύτη του «Interstellar», την Αμίλια Μπραντ, δεν είναι αναγκασμένη να το κάνει όλο αυτό μόνη της – έχει πάρει μαζί της ένα ολόκληρο φορτίο από κατεψυγμένα ανθρώπινα έμβρυα. Υποθέτουμε και μερικές τεχνητές μήτρες.
Όπως όμως έχει υποστηρίξει ο Στίβεν Χόκινγκ, η μακροπρόθεσμη επιβίωση του είδους μας εξαρτάται από το αν θα αναπτύξουμε τα διαστρικά ταξίδια.
Ακόμη και αν δεν καταστήσουμε τον πλανήτη μας μη κατοικήσιμο ο Ήλιος κάποια στιγμή θα διογκωθεί και θα «καταπιεί» τη Γη. Αυτό δεν θα συμβεί προτού περάσουν 5 δισ. χρόνια, παρ’ όλα αυτά ο ήρωας που ενσαρκώνει στην ταινία ο Μάικλ Κέιν – και ο οποίος βασίζεται στον κ. Θορν – επιμένει ότι θα πρέπει να ταξιδέψουμε μέσα από μια σκουληκότρυπα σε έναν άλλον γαλαξία. «Πρέπει να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα ότι τίποτε στο ηλιακό μας σύστημα δεν μπορεί να μας βοηθήσει» λέει.
Πώς θα μπορούσαμε να ταξιδέψουμε σε πλανήτες πέρα από το ηλιακό μας σύστημα;
Ο δρόμος ως τους κοντινότερους εξωπλανήτες είναι πολύ μακρύς. Οι επιλογές που μας προσφέρονται για να φθάσουμε ως εκεί χωρίς να χρειαστεί να ταξιδεύουμε για χιλιάδες χρόνια είναι περιορισμένες. Η Φυσική δεν μας επιτρέπει να κινηθούμε ταχύτερα από την ταχύτητα του φωτός, μας αφήνει όμως να κόψουμε δρόμο με ορισμένους ριζοσπαστικούς τρόπους.
Ερευνητές της NASA προσπαθούν να αναπτύξουν συστήματα προώθησης με κινητήρες δίνης (warp drives) εμπνευσμένα από το «Σταρ Τρεκ», ακόμη όμως και αν τέτοιου είδους συστήματα επιτευχθούν γιατροί που έχουν εξετάσει το ζήτημα υποστηρίζουν ότι τα ταξίδια του είδους θα είναι μάλλον θανατηφόρα. Αυτό αφήνει μία μόνο βασική επιλογή: τις σκουληκότρυπες.
Οι σκουληκότρυπες είναι υποθετικές σήραγγες μέσα στον χωροχρόνο – προβλέπονται από τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν – οι οποίες συνδέουν τμήματα του Σύμπαντος που βρίσκονται μακριά το ένα από το άλλο.
Μέχρι πρόσφατα οι σκουληκότρυπες εθεωρούντο ένα εξωτικό και μη λειτουργικό περίεργο. Αυτό όμως τώρα έχει αλλάξει. Οι φυσικοί έχουν περιγράψει πώς μπορεί κάποιος να φτιάξει μια σκουληκότρυπα αρκετά μεγάλη ώστε να περάσει από μέσα της ένα μήνυμα (ο Λουκ Μπούτσερ από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ προτείνει την τοποθέτηση παράλληλων μεταλλικών πλακών στο κενό του χωροχρόνου) ή ένα διαστημόπλοιο (οι Μπούρκχαρντ Κλάιχαους και Γιούτα Κουντς από το Πανεπιστήμιο του Ολντενμπουργκ στη Γερμανία και η Παναγιώτα Καντή από το Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων έδειξαν ότι για την κατασκευή τους δεν απαιτείται η εξωτική και μάλλον ανύπαρκτη «αρνητική ενέργεια»).
Αμερικανοί και καναδοί επιστήμονες μπόρεσαν μάλιστα να ξανασμίξουν έναν κβαντικό Ρωμαίο και μια κβαντική Ιουλιέτα που οι οικογένειές τους είχαν χωρίσει στέλνοντάς τους σε μακρινά άστρα προτείνοντας μια θεωρία που υποστηρίζει ότι οι σκουληκότρυπες προκύπτουν μέσω της κβαντικής διεμπλοκής.
Μπορούμε ακόμη και να οπτικοποιήσουμε το πώς θα είναι να ταξιδεύουμε μέσα από μια σκουληκότρυπα – ο Αντριου Χάμιλτον, αστροφυσικός από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο στο Μπόλντερ, έχει κάνει ένα σχετικό βίντεο: αν και η παραγωγή του είναι πολύ φθηνότερη από αυτή του «Interstellar», έχει απόλυτα επιστημονική βάση.
Παρ’ όλα αυτά δεν πρόκειται να καταφέρουμε να φτιάξουμε σκουληκότρυπες για αρκετό καιρό ακόμη – κάτι τέτοιο απαιτεί έναν εξαιρετικά προηγμένο πολιτισμό. Αν ποτέ κατορθώσουμε να περάσουμε μέσα από μια, ποιος ξέρει τι θα βρούμε βγαίνοντας από αυτήν; Το πλήρωμα του Endurance, του διαστημοπλοίου του «Interstellar», ανακαλύπτει στην άλλη πλευρά ένα ανεπιθύμητο τέρας, μια υπερμεγέθη μαύρη τρύπα.
Ποιοι είναι οι πραγματικοί κίνδυνοι που διατρέχει κάποιος πλησιάζοντας μια μαύρη τρύπα;
 .
 .
Η ωραία μαύρη τρύπα στο «Interstellar» δεν είναι απλώς εκπληκτική ως θέαμα, είναι επίσης επιστημονικά ακριβής. Στην καρδιά μιας μαύρης τρύπας βρίσκεται μια μοναδικότητα (singularity), ένα σημείο άπειρης πυκνότητας.
Αυτή ασκεί τεράστια βαρυτική έλξη, η οποία τραβάει την ύλη προς το μέρος της κάνοντάς τη να στροβιλίζεται μέσα στην τρύπα σε έναν πελώριο στρόβιλο ο οποίος ονομάζεται δίσκος προσαύξησης (accretion disc).
Ο Κιπ Θορν υπολόγισε μαθηματικά τι συμβαίνει στον δίσκο προσαύξησης και ανακάλυψε ότι η έντονη βαρύτητα στρεβλώνει τον δίσκο γύρω από τη μαύρη τρύπα δημιουργώντας τη θεαματική άλω που αποτελεί ένα από τα δυνατά «οπτικά» σημεία της ταινίας. Πρόκειται για ένα καταπληκτικό επίτευγμα.
Αν πέσετε μέσα στη μαύρη τρύπα ή αν βρεθείτε υπερβολικά κοντά στην έντονη βαρύτητά της (και με κάποιον τρόπο επιζήσετε) θα παρατηρήσετε ότι παράξενα πράγματα συμβαίνουν στον χρόνο. Αυτό είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα του Κρίστοφερ Νόλαν, το οποίο έχει επίσης χρησιμοποιήσει στην ταινία «Inception», όπου ο χρόνος κινούνταν με διαφορετικές ταχύτητες ανάλογα με την κατάσταση ονείρου στην οποία βρίσκονταν οι ήρωες.
Η στρέβλωση του χρόνου που προκαλεί η βαρύτητα παίρνει μια σπαρακτική διάσταση στον συγκινητικό χωρισμό ανάμεσα στον ήρωα που παίζει ο Μάθιου Μακ Κόναχι, τον Κούπερ, και στη δεκάχρονη κόρη του, την οποία αφήνει πίσω στη Γη.
Οι ηλικίες των δίδυμων αδελφών αστροναυτών Μαρκ και Σκοτ Κέλι απέκλιναν μεταξύ τους κατά περίπου 10 χιλιοστά του δευτερολέπτου όταν ο ένας εξ αυτών έμεινε για ένα διάστημα στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό, ο Κούπερ όμως δεν μπορεί να ξέρει πόσων χρόνων θα είναι η κόρη του αν ποτέ γυρίσει ξανά στη Γη.
Ο Μάθιου Μακ Κόναχι έχει δηλώσει πως το γεγονός ότι ήταν μακριά από τη δική του κόρη τον έκανε να νιώσει ακόμη εντονότερα αυτό το συναίσθημα. «Κάτι τέτοιο συμβαίνει συνεχώς, είτε όταν αφήνεις τα παιδιά σου στο σχολείο είτε όταν πηγαίνουν διακοπές» είπε. «Αυτή είναι η πιο ακραία μορφή του. Είναι ένας πατέρας που φεύγει για πολύ καιρό. Το εισιτήριο της επιστροφής του δεν είναι εγγυημένο».

                                    

Πηγές: katohika.gr (Το Βήμα science)

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Η τελευταία ταινία του Κώστα Γαβρά,«Le Capital»

Le capital, η νέα ταινία του Κώστα Γαβρά



«Συνεχίζουμε να τα παίρνουμε από τους φτωχούς για να τα δίνουμε στους πλούσιους»



Η τελευταία ταινία του βραβευμένου μεΌσκαρ και Χρυσό Φοίνικα, δημιουργού, Κώστα Γαβρά,«Le Capital», ασκεί δηλητηριώδη κριτική στο διεθνές οικονομικό σύστημα και αποκαλύπτει τα πιο καλά κρυμμένα μυστικά των υποκινητών της απανταχού εξουσίας και της οικονομικής τρομοκρατίας!


Ο Κώστας Γαβράς ανεβάζει την κάμερα πάνω στα στρογγυλά τραπέζια των αποφάσεων, «χορογραφώντας» σε φρενήρη ρυθμό το σύγχρονο τραπεζικό κατεστημένο.


Ο Μαρκ Τουρνέιγ (Γκαντ Ελμαλέχ) είναι ένας ευτυχισμένος οικογενειάρχης. Η καριέρα του απογειώνεται  όταν αναλαμβάνει τη διεύθυνση σε μια από τις πιο ισχυρές τραπεζικές μονάδες της Ευρώπης. Το γεγονός αυτό τον τοποθετεί αυτόματα στο επίκεντρο των γεγονότων του διεθνούς χρηματοτραπεζικού συστήματος.  Εκεί καλείται να παλέψει και να βγει νικητής σε μια αρένα όπου οι κανόνες αλλάζουν ανάλογα με τους δείκτες των χρηματιστηρίων. Ο φιλόδοξος Μαρκ θα ανέλθει με την ίδια ευκολία και στα σαλόνια μιας μοντέρνας αριστοκρατίας, τα εύσημα της οποίας είναι η οικονομική κυριαρχία και η εξουσία. Σε ένα σύστημα που καταρρέει, ένας άνθρωπος θα προσπαθήσει να αναρριχηθεί.


«Το χρήμα είναι σαν το σκυλί. Θέλει παιχνίδι».



Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ - LA DANZA DE LA REALIDAD (greek subs)






Ενα αγόρι γεννιέται το 1929 στην Τοπκαπίλα, μια μικρή παραλιακή πόλη στην άκρη της Χιλιανής ερήμου. Μεγαλώνοντας μέσα σε μια ξεριζωμένη οικογένεια, το αγόρι θα γνωρίσει από νωρίς τη γοητευτική γραμμή ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα και θα επιλέξει να ζήσει ακριβώς εκεί. Το αγόρι το λένε Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι και, προχωρώντας, θα γίνει σπουδαίος σκηνοθέτης. O θρυλικός δημιουργός cult αριστουργημάτων όπως το «Santa Sangre» ή το «El Topo» κάνει την πρώτη του ταινία μετά το «Rainbow Thief» του 1990, τη λανσάρει στο Φεστιβάλ Καννών και τη βαφτίζει αυτοβιογραφική – παρότι είναι γεννημένη μέσα από την πιο δημιουργική, φελινική φαντασία του. Οποιος έχει, έστω μια φορά, βυθιστεί στο μαγικό, ονειρικό σύμπαν του σπουδαίου Χιλιανού μαέστρου, θα ενθουσιαστεί μ’ αυτήν την ευκαιρία να ξανακάνει το παραμυθένιο ταξίδι. Οι υπόλοιποι, απλώς θα γνωρίσουν μια ιδιοφυία. 



Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Τάκης Μόσχος: «H Γλυκιά Συμμορία μου δίνει ψωμί τόσα χρόνια»


POP_IMG_0585a

Η ιστορία της σπασμένης ζωής ενός ανθρώπου που περπάτησε στην «άγρια πλευρά» μέχρι που τελικά, έστω και αν άργησε λίγο, κατάφερε να σωθεί.



«Για μένα ανήκεις στην κατηγορία De Niro» του είπα, λίγο αφότου καθίσαμε ο ένας απέναντι από τον άλλο. Έχουν περάσει μερικοί μήνες από τότε (είχαμε συναντηθεί μία μέρα πριν οιΑισθηματίες, η νέα ταινία του Νίκου Τριανταφυλλίδη κάνει πρεμιέρα –που αλλού;- στις Νύχτες Πρεμιέρας), αλλά ακόμη θυμάμαι την ειλικρινή έκπληξή του. «De Niro; Μα γιατί; Από πού κι ως πού;» είχε αναρωτηθεί, για να του εξηγήσω ένα σκεπτικό που είχα στοιχειοθετήσει δύο περίπου χρόνια νωρίτερα, όταν είχα συναντηθεί για μία άλλη συνέντευξη με τον Τάκη Σπυριδάκη, με τον οποίο συμπρωταγωνίστησαν στην οριακή Γλυκιά Συμμορία του Νικολαϊδη, και αν με ρωτάτε, η σκηνή που ο «Αντρέας» (Σπυριδάκης) βάζει την καραμπίνα στο στόμα του για να πεθάνει δίπλα στον κολλητό του, τον «Αργύρη» (Μόσχος), είναι εκτός από αγαπημένη μου και μία από τις δύο καλύτερες της ταινίας άρα και μία από τις καλύτερες του εγχώριου σινεμά.
«Γιατί έπαιξες πολύ νωρίς στην καριέρα σου τον πιο εμβληματικό σου ρόλο και άσχετα με το τι έχεις κάνει από τότε μέχρι σήμερα, όλοι όταν μιλάνε για σένα αναφέρουν τη Γλυκιά Συμμορία, σε κάθε ρόλο θα θυμίζεις εκείνο τον ήρωα. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον De Niro, που για πάντα θα μας φέρνει στο μυαλό τον Ταξιτζή», του είπα. Γέλασε αμέσως. Αλλά όχι για πολύ. Πολλά ήταν αυτά που ήθελε να πει.
POP_IMG_0574a
Έχω ζήσει σχεδόν μια διπλή, σπασμένη ζωή. Από τη μία ήταν οι ταινίες και η όποια διασημότητα και από την άλλη ήταν τα προσωπικά μου, που ήταν άλλα αντί άλλων. Ουσιαστικά για 20 χρόνια ήμουν μπλεγμένος με ουσίες και τα ρέστα. Γι’ αυτό, όλες οι ιστορίες μιας μεγάλης περιόδου της ζωής μου είναι χαμένες, θολές ανάμεσα σε μια δημόσια πραγματικότητα και μια ιδιωτική που ήταν εντελώς αντίθετες. Κι εγώ απλώς να περιφέρομαι, να προσπαθώ να διασωθώ. Άργησα λίγο, αλλά τελικά τα κατάφερα. Εντάξει.
Σώθηκα γιατί πήρα μια πολύ δύσκολη απόφαση, είπα ότι δεν είμαι πια ηθοποιός, εγκαταλείπω, τελειώνω και αν χτυπήσει το τηλέφωνο, δε θα το σηκώσω καν. Για μερικά χρόνια το τήρησα.
Φρικτή πόλη έχει γίνει η Αθήνα. Βέβαια μέσα στη φρικαλεότητά της έχει αυτή την ομορφιά της άγριας μεγαλούπολης, που δεν ξέρεις από που θα σου ‘ρθει, που όλοι συγκρούονται και τρώγονται. Κάθε φορά που κατεβαίνω, όλο και πιο βλάχος αισθάνομαι. Χάνομαι στα φανάρια, στις ταχύτητες, στις κινήσεις.
Έφυγα από την Αθήνα γιατί κούρασα και κουράστηκα, με τη γκλάβα μου. Κάποια στιγμή δεν πήγαινε άλλο, από καμιά άποψη. Και προέκυψε η Σκόπελος, εντελώς τυχαία. Πήγα μερικά καλοκαίρια, ένα φθινόπωρο αποφάσισα να μείνω λίγο περισσότερο, μετά μπήκε ο χειμώνας και δεν ήθελα να φύγω, και τελικά, αφού έβγαλα τον πρώτο χειμώνα, πήρα τον αέρα, που λένε. Είμαι πολύ τυχερός που βρέθηκε αυτό το μέρος, για να με πετάξει το κύμα εκεί, για να μην πνιγώ.
Αυτό που κάνω στη Σκόπελο είναι πολύ πιο ιερό από οποιαδήποτε ταινία. Σκηνοθετώ μία ομάδα από ερασιτέχνες και ανεβάζουμε δυο παραστάσεις το χρόνο και γυρνάμε εκεί, στα γύρω νησιά, σαν μπουλούκι. Είναι πολύ ωραίο. Πολύ.
POP_IMG_0585a
Είχα χρόνια να κάνω σινεμά. Η ταινία του Νίκου του Τριανταφυλλίδη μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Αλλά και λιγότερο ενδιαφέρουσα να μου είχε φανεί, πάλι θα την έκανα. Ας είναι καλά η ματαιοδοξία μου. Γι’ αυτήν επέστρεψα φέτος.
Δύσκολα μπορείς να προβλέψεις αν μία ταινία θα πάει καλά, ακόμη κι αν ξέρεις ότι είναι καλό το σενάριο. Είναι μία εντελώς φλου υπόθεση.
Μία περίοδο με είχαν ρουφήξει τα σήριαλ. Είναι τόσο κουραστικό. Πας στις 8 το πρωί, για 12 ώρες σε φωνάζουν Θανάση, ξέρω γω, το βράδυ πας σε ένα άλλο και σε φωνάζουν Βαγγέλη, ένα χάσιμο είναι, ένα μπέρδεμα, συνήθως με ηλίθιους διαλόγους και θέματα.
Για να λέμε και τη μαύρη αλήθεια, εμένα μου ήρθαν εύκολα τα πράγματα. Δεν ήμουν καν ηθοποιός, δεν το είχα καν στο μυαλό μου. Από τύχη έγινα. Στην αρχή έτυχε να κάνω δυο-τρεις επιτυχημένες ταινίες και μου κόλλησε ο τίτλος του καλού, κινηματογραφικού ηθοποιού. Κι εγώ τα έγραψα όλα στα παπούτσια μου τα παλιά. Άρχισα να περιφέρομαι και να κάνω τον καμπόσο, να κάνω ταινίες που μου τις δείχνουν σήμερα οι φίλοι μου στο internet και δε θυμάμαι καν ότι τις έχω κάνει. Ούτε θέλω να τις θυμάμαι.
Είμαι 63. Ο Τζούμας είναι λίγο μεγαλύτερος μου. Ο Πουλικάκος ακόμη πιο μεγάλος. Έχουμε δηλαδή μια επαφή με τα 60s, ένα πρώτο κεφάλαιο της ζωής μας, το μαθητικό, το φοιτητικό, διαδραματίστηκε εκεί γύρω στο 60-70. Αυτό μάλλον προσθέτει λίγο στο μύθο μας. Ότι και καλά είμαστε λίγο πιο ενδιαφέροντες από κάποιον που σήμερα είναι γύρω στα 40, που γεννήθηκε το 1970 ή το 1980.
Πόσες ταινίες έχω κάνει μέχρι σήμερα; Καμιά εικοσαριά; Τις 15 τις πετάω κατευθείαν στα σκουπίδια, χωρίς δεύτερη σκέψη.
Αυτός ο μύθος του εστέτ, του μπον βιβέρ, του ιντελεκτουέλ δανδή που μας ακολουθεί μερικούς από τη γενιά μου, αμφιβάλλω αν είναι αλήθεια. Ποιοι ήταν δανδήδες δηλαδή; Άντε λίγο ο Τζούμας. Ποιος άλλος;
Τον Σπυριδάκη άντε να τον έχω δει 10 φορές όλα αυτά τα χρόνια. Τη Μπασκλαβάνου ακόμη πιο λίγες. Άσπονδοι φίλοι ήμασταν με τους περισσότερους. Αν βρισκόμασταν κάπου θα ήμασταν όλο «χα χα χα» αλλά από κει και πέρα τίποτα.
Για να είμαστε ειλικρινείς, η καριέρα μου στον κινηματογράφο, ουσιαστικά άρχισε μαζί με την καριέρα μου στα ναρκωτικά.
Παλιότερα είχα εξομολογηθεί ένα περιστατικό σε ένα φίλο μου. Στην πρώτη μου ταινία, λεγόταν «Κόντρα», είχα ένα μικρό ρολάκι. Έπαιζα ένα τζάνκι. Τότε δεν είχα ιδέα, είχα μόλις γυρίσει από τη Γερμανία μετά από 10-12 χρόνια, δεν ξέραμε από σκληρά ναρκωτικά, άντε να πίναμε λίγο χασίσι. Τίποτα πέραν αυτού. Σε κάποια σκηνή της ταινίας, υποτίθεται ότι γίνεται μια συναυλία, αλλά στις τουαλέτες είναι δυο τζάνκι που ετοιμάζουν το πράμα τους και πίνουν. Με ρωτάει, λοιπόν, μία παράγων της ταινίας – ας μην πω περισσότερα στοιχεία – «ξέρεις τι είναι αυτό που κάνεις τώρα;» «Όχι, δεν ξέρω» της απάντησα. «Θες να δοκιμάσεις, να δεις τι είναι;», με ρώτησε ξανά. «Ναι, θέλω», της είπα, χωρίς να έχω ιδέα τι θα επακολουθούσε, που θα τραβιόμουν με όλα αυτά. Εκεί, σε ένα από τα πρώτα μου γυρίσματα, ήπια την πρώτη μου γραμμή. Έκτοτε πήγαιναν μαζί αυτά. Κι έπρεπε να σταματήσει και το ένα και το άλλο, για να ξαναρχίσει το οτιδήποτε.
Αν δεν υπήρχε όλο αυτό το μπλέξιμο, προφανώς θα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά τα πράγματα. Από κάθε εξίσωση αν βγάλεις ένα παράγοντα, αλλάζει το αποτέλεσμα. Από μια πρόταση, ένα κόμμα να παραλείψεις, θα αλλάξει το νόημα.
Ξέρεις τι είναι να δουλεύεις και στο διάλειμμα να σηκώνεται κάποιος να φεύγει με φτηνές δικαιολογίες για να πάει, στην πραγματικότητα, να βρει να πιει; Εγώ ήμουν αυτός ο κάποιος. Δε νομίζω να υπήρξα ποτέ αλήτης, αλλά έχω ζήσει αλήτικη ζωή. Έκανα χοντράδες. Κι όλοι αυτοί οι άνθρωποι, τόσα χρόνια ρε παιδί μου, δεν ήρθε ένας να μου πει κάτι, να μου κρούσει τον κώδωνα κινδύνου. Είχα φτάσει σε σημείο αρκετούς από τους ανθρώπους που δούλευα μαζί εκείνα τα χρόνια, να μην τους εκτιμώ πια, γιατί βλέπω δουλειές από τότε, βλέπω πως ήμουν, και απορώ γιατί με έπαιρναν στη δουλειά. Και μάλιστα ήταν ευχαριστημένοι μαζί μου.
Σκέφτομαι ότι είμαι πολύ ευχαριστημένος που κατάφερα να επιζήσω, υγιής σωματικά και κυρίως διανοητικά. Γιατί βλέπω κόσμο, ανθρώπους που τα πίναμε μαζί, που ήξερα από εκείνα τα χρόνια, άλλοι πεθαμένοι, άλλοι τρελοκομεία, άλλοι διαλυμένοι σε πεζοδρόμια.
Για τους ηθοποιούς ποτέ δεν είναι ειδυλλιακή η κατάσταση. Ούτε το 60, ούτε το 70, ούτε το 80, ούτε το 90, ούτε το 2000, ούτε σήμερα. Είναι ένα επάγγελμα στον αέρα, απειλείται ανά πάσα στιγμή εκ θεμελίων. Χτυπάει το τηλέφωνό σου, παίρνεις μια δουλειά, και μετά ποιος ξέρει πότε θα ξαναχτυπήσει.
Δε μπορώ να πω ότι η υποκριτική λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά, είναι μεγάλη κουβέντα. Αλλά ότι σε αναγκάζει λίγο να φαγωθείς με τον εαυτό σου, να ψαχτείς, όσο μπορείς, είναι ένα μεγάλο συν. Το «ηθοποιιλίκι» είναι μια δουλειά που σου δίνει τις μεγαλύτερες χαρές και τις μεγαλύτερες πίκρες. Έντονα θετικά συναισθήματα από τη μία, μεγάλες απογοητεύσεις από την άλλη. Ακόμη και για ασήμαντους λόγους, όπως το να μην πεις σε μια πρόβα μία ατάκα όπως νομίζεις ότι θα έπρεπε να την πεις. Ή να σου κάνει απλώς ένα νόημα ο σκηνοθέτης και να σου πει μπράβο – πετάς στα ουράνια σαν μικρό παιδί.
Οι περισσότεροι συνάδελφοι μου, απ’ όσο ξέρω, είναι λίγο υστερικοί. Αν η υποκριτική λειτουργούσε ψυχοθεραπευτικά, υποθέτω ότι θα έπρεπε να είναι λίγο πιο κουλ.
Αυτός ο μύθος του εστέτ, του μπον βιβέρ, του ιντελεκτουέλ δανδή που μας ακολουθεί μερικούς από τη γενιά μου, αμφιβάλλω αν είναι αλήθεια. Ποιοι ήταν δανδήδες δηλαδή; Άντε λίγο ο Τζούμας. Ποιος άλλος; 
Όσο πιο πολλά μαθαίνεις, τόσο πιο πολύ αντιλαμβάνεσαι τη φτώχεια του πνεύματός σου. Ποτέ δε θα μάθεις αρκετά.
Μπήκα αρκετά μεγάλος στη δουλειά, ήμουν 35 ετών όταν πρωτοέκανα τον κομπάρσο. Οπότε όλη η τρέλα του ηθοποιού πέρασε και από το φίλτρο μιας ηλικίας λίγο πιο ώριμης.
Έζησα για πολύ μεγάλο διάστημα στην κόψη του ξυραφιού. Όχι από γενναιότητα ή από θάρρος. Έτυχε τα χούγια μου να κάνουν τη ζωή μου έτσι.
Τα drugs αν προχωρήσουν, και γίνουν σκληρά και σε κρατάνε όλη μέρα χάλια, και αν την ίδια στιγμή προσπαθείς να στήσεις μία καριέρα και να είσαι εντάξει στις υποχρεώσεις σου, να είσαι στην ώρα σου και ενεργός στο γύρισμα, όλο αυτό έχει δύο όψεις. Και η μία είναι φρικιαστική.
Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο, τίποτα πιο ιερό από το μυαλό μας, το κορμί μας, την ψυχή μας, αρκεί να είναι ανεπηρέαστα όμως. Είτε από drugs, που σίγουρα σε επηρεάζουν, σου αλλοιώνουν ιδέες και μνήμες, είτε από…δεν ξέρω, κάνεις κάτι ερωτήσεις κι εσύ…

POP_IMG_0588a

Πάντα θα υπάρχουν δύο «Τάκηδες». Κάποιοι μου λένε και για εκατόν δύο. Αλλά τουλάχιστον δύο υπάρχουν σίγουρα. Και ανάμεσά τους θα υπάρχει μία διαρκής φαγωμάρα και σύγκρουση. Είναι ο καλός και ο κακός εαυτός; Μπορεί. Κάποιοι το λένε έτσι. Παλιά που διαβάζαμε Ταρζάν, υπήρχε και ο Ναρζάτ, που ήταν ο κακός Ταρζάν. Έτσι είμαστε οι άνθρωποι.
Το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι να βρει ο καθένας ειρήνη με τον εαυτό του. Εγώ δηλαδή με τον Τάκη έχω κάνει την ειρήνη μου. Είναι εύθραστη, βέβαια, αλλά καθώς ο καιρός περνάει γίνεται ολοένα και πιο σταθερή.
Καθώς μεγαλώνει κανείς, αμβλύνονται οι γωνίες, λειαίνονται οι άγριες επιφάνειες. Έχω μια κατανόηση πια.
Πόσες ταινίες έχω κάνει μέχρι σήμερα; Καμιά εικοσαριά;  Τις 15, μη σου πω τις 18, τις πετάω κατευθείαν στα σκουπίδια, χωρίς δεύτερη σκέψη. Τι να κρατήσω; Ήταν ταινίες που ποτέ δε θα τις θυμηθεί κανένας. Ούτε άφησαν κάποιο στίγμα. Και τι έγινε που ήταν ταινίες και όχι ένα μαγείρεμα; Δεν έχει μείνει τίποτα.
Μερικές φορές κάθομαι και λέω «ρε πούστη, έκανες πριν από 30 χρόνια μια ταινία κι από τότε δε μπόρεσες να κάνεις κάτι ανάλογο;». Αλλά μετά σκέφτομαι ότι όχι, δεν έτυχε κάτι ανάλογο. Πως να το κάνουμε; Τόσα χρόνια, η Γλυκιά Συμμορία μου δίνει ψωμί. Έτσι είναι.
Σε όλη μου τη ζωή έχω υπάρξει πολύ τυχερός.
Ανήκω σε μια γενιά ηθοποιών που γέρασαν πια.
Α ναι, κι απ’το Κάμπινγκ με θυμάται πολύς κόσμος. Καλό ήταν. Πλάκα είχε.




                                                                                                                          

                                                 


πηγη:http://popaganda.gr/takis-moschos-tosa-chronia-glikia-simmoria-mou-dini-psomi/

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

Πάνος Χ. Κούτρας: «Η άνοδος της ακροδεξιάς με συνθλίβει» - ΧΕΝiA - OFFICIAL TRAILER











Πέντε χρόνια μετά την «Στρέλλα», ο Πάνος Χ. Κούτρας επιστρέφει και μας παρουσιάζει τη νέα του δημιουργία, «Xenia». Η ταινία πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της τον Μάιο στο 67ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών στο επίσημο τμήμα της διοργάνωσης, «Ένα Κάποιο Βλέμμα» ενώ η ελληνική πρεμιέρα του φιλμ πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο του 20ού Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρες . Το Tvxs συνάντησε τον καταξιωμένο δημιουργό σε μία εφ' όλης της ύλης συνέντευξη, συζητώντας για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, την συμμετοχή της ταινίας στο Φεστιβάλ των Καννών, καθώς και για τις περιπέτειες των ηρώων του, αλλά και την επικαιρότητα...
Μία από τις πιο αξιόλογες και πολυταξιδεμένες ελληνικές ταινίες της χρονιάς, ετοιμάζεται να κάνει την εμφάνιση της στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες. Ο λόγος για την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινίας του Πάνου Χ. Κούτρα, «Xenia» (Ελλάδα - 2014). Ένα γλυκό και μελωδικό road movie, στο οποίο παρακολουθούμε την οδύσσεια δύο νεαρών αδερφών. Οι ήρωες μας, βιώνοντας την άρνηση και τον ρατσισμό, έρχονται σε επαφή με τον επίπλαστο κόσμο της τηλεόρασης και την οικονομική κρίση, αλλά παρ' όλα αυτά συνεχίζουν να ελπίζουν για ένα καλύτερο μέλλον και να μας ταξιδεύουν υπό τους ήχους ενός υπέροχου μουσικού σκορ.

Η ταινία «Xenia» του Πάνου Χ. Κούτρα, αφηγείται την ιστορία του Ντάνυ και του αδερφού του Οδυσσέα, 16 και 18 ετών, αντίστοιχα. Τα δύο αδέρφια, μετά τον θάνατο της Αλβανής μητέρας τους, ξεκινούν ένα ταξίδι από την Κρήτη έως τη Θεσσαλονίκη, με σκοπό να βρουν τον Έλληνα πατέρα τους, που τους εγκατέλειψε όταν ήταν ακόμη παιδιά. Ξένοι στην ίδια τους τη χώρα, είναι αποφασισμένοι να τον πείσουν να τους αναγνωρίσει, προκειμένου να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια.

Παράλληλα οι δύο νεαροί προσπαθούν να συμμετάσχουν σε ένα τηλεοπτικό talent show το οποίο πιστεύουν ότι θα τους εξασφαλίσει μία καλύτερη ζωή. Στη διαδρομή θα έρθουν αντιμέτωποι με όσα τους ενώνουν, την αγριότητα της εφηβείας, ένα όνειρο που πρέπει πάση θυσία να γίνει πραγματικότητα και μία Ελλάδα που αρνείται να τους δεχτεί...

Πέντε χρόνια μετά την «Στρέλλα», επιστρέφετε με την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινίας σας «Xenia». Ποιος είναι ο βασικός άξονας και η πηγή έμπνευσης του συγκεκριμένου φιλμ;

Είναι μία ταινία για την ενηλικίωση, για την αδερφική αγάπη και για μία πλευρά του τεράστιου θέματος του μεταναστευτικού. Αυτά είναι βασικά τα τρία πράγματα για τα οποία ήθελα μιλήσω. Σαφώς στην πορεία την ταινίας θίγεις και θυμάσαι πολλά περισσότερα. Όμως αυτοί ήταν οι τρεις βασικοί άξονες, πάνω στους οποίους βασίστηκα και δεν τους ξέχασα ποτέ, από την αρχή μέχρι το τέλος.
Ήρωες της ταινίας είναι δύο αδέρφια, ο Ντάνι και ο Οδυσσέας, 16 και 18 ετών, τους οποίους ερμηνεύουν δύο νεαροί ηθοποιοί, ο Κώστας Νικούλι και ο Νίκος Γκέλια, αντίστοιχα. Στο καστ συναντάμε επίσης πολλούς και καλούς ηθοποιούς όπως: ο Γιάννης Στάνκογλου, η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου και ο Άγγελος Παπαδημητρίου σ' έναν από τους πλέον χαρακτηριστικούς και προσωπικά αγαπημένους χαρακτήρες του φιλμ. Πως εξελίχθηκε η διανομή των ρόλων και η επιλογή των συγκεκριμένων ηθοποιών;

Το καστ της συγκεκριμένης ταινίας, είναι μία μεγάλη ιστορία. Λόγω της νεαρής ηλικίας, είναι δύσκολο να βρεις επαγγελματίες ηθοποιούς. Επειδή όμως έχω μία προϊστορία στο να δουλεύω με μη επαγγελματίες ηθοποιούς, δεν ήταν αυτό που με φόβισε. Ωστόσο η ηλικία ήταν αναμφίβολα ένας παράγοντας καθοριστικός και δύσκολος. Διότι όταν ψάχνεις κάποιον ο οποίος θέλεις να φαίνεται δεκαέξι ετών, δεν μπορείς να πάρεις κάποιον που είναι είκοσι και να τον βάλεις στη θέση του, δε γίνεται. Επίσης σε αυτή την ηλικία  τα παιδιά μεγαλώνουν μέρα με τη μέρα. Οπότε αυτό ήταν πάρα πολύ δύσκολο και κράτησε ουσιαστικά ενάμιση χρόνο, μόνο το κάστινγκ των δύο παιδιών...

Για τον Άγγελο Παπαδημητρίου τώρα συγκεκριμένα, πρέπει να πω ότι ήταν μία από τις πιο ευχάριστες συνεργασίες που είχα, διότι είναι ένας εξαιρετικά ταλαντούχος άνθρωπος και ήταν ένας ρόλος ο οποίος μπορεί να μην ήταν πολύ μεγάλος, αλλά ήταν πολύ δύσκολος και ήθελε μία προσωπική αλήθεια από τον καλλιτέχνη. Κι επειδή ο Άγγελος είναι ένας σπουδαίος εικαστικός γλύπτης, τραγουδάει και είναι ηθοποιός, οπότε όλα ταίριαξαν πάρα πολύ.

Η ταινία σας «Xenia» πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της, τον Μάιο στο 67ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών στο επίσημο τμήμα της διοργάνωσης, «Ένα Κάποιο Βλέμμα». Τι σήμαινε αυτό για εσάς και ποιες οι εντυπώσεις που αποκομίσατε;

Είμαι πολύ χαρούμενος, διότι είναι ένα πολύ μεγάλο φεστιβάλ στο οποίο δεν είχα ξανασυμμετάσχει, κι επειδή με τη Γαλλία έχω μία ιδιαίτερη σχέση καθώς ζούσα για χρόνια εκεί. Οπότε μπορεί να ήταν λίγο κουραστικό, αλλά σίγουρα ήταν παράλληλα και μία πολύ ευχάριστη εμπειρία, η οποία βέβαια βοήθησε πολύ και την πορεία του φιλμ. Όντως πήγε καλά.

Το φιλμ μετά τις Κάννες ταξίδεψε σε κορυφαία διεθνή φεστιβάλ. Μεταξύ άλλων αναφέρω χαρακτηριστικά το 49ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι που διεξήχθη τον Ιούλιο, ενώ  προβλήθηκε και στο 39ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Τορόντο, τον Σεπτέμβριο. Πριν από λίγες ημέρες το κοινό είχε τη δυνατότητα να την παρακολουθήσει στην ελληνική της πρεμιέρα στο πλαίσιο του 20ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας, ενώ από την Πέμπτη 2 Οκτωβρίου η ταινία θα κυκλοφορήσει στις Κινηματογραφικές Αίθουσες της χώρας, σε διανομή της Feelgood Entertainment. Ποιες οι εντυπώσεις σας από τα διεθνή φεστιβάλ κι αν θεωρείται ότι θα υπάρχει διαφορά στην αντίδραση του κοινού, σε σχέση με τους Έλληνες θεατές;

Σαφώς και θεωρώ ότι στις ταινίες μου έχω κάτι το πάρα πολύ ελληνικό, διότι μιλάω πάντα ακραιφνώς για ελληνικά ζητήματα, αλλά παράλληλα τα θέματα αυτά είναι και διεθνή. Ο τόπος είναι ελληνικός, η γλώσσα είναι ελληνική και οι χαρακτήρες είναι πολύ συγκεκριμένοι. Από την άλλη, ναι θέλω να ελπίζω ότι μία ταινία είναι "local", αλλά συγχρόνως μπορεί να μιλάει σε πιο πολύ κόσμο. Επίσης θέλω να πιστεύω ότι η ταινία δε δείχνει κάτι μη καθημερινό. Νομίζω ότι προβάλλει κάτι το οποίο όλοι οι Έλληνες το αναγνωρίζουμε και το συναντάμε τριγύρω μας...

Θεματικές που σας έχουν απασχολήσει στο παρελθόν, όπως η οικογένεια, επιστρέφουν και στο φιλμ «Xenia», όπου μαζί με έννοιες όπως ο ρατσισμός, ο φασισμός, ο ψεύτικος κόσμος των ΜΜΕ, αλλά και η κρίση, τόσο οικονομική όσο και ηθική, έρχονται να παρουσιάσουν ένα αντιπροσωπευτικό ψηφιδωτό της καθημερινότητας που βιώνουμε στην Ελλάδα. Παρ' όλα αυτά έχω την αίσθηση ότι η ταινία αποπνέει και μία νότα αισιοδοξίας...

Τα πράγματα είναι σφαιρικά και έχουν πολλαπλές αναγνώσεις. Οι καταστάσεις έχουν πολλαπλές λύσεις, αρκεί να τις διακρίνουμε και να τις πράξουμε. Δηλαδή, ναι υπάρχουν στιγμές που η ταινία είναι αισιόδοξη, αλλά υπάρχουν και στιγμές όπου η ταινία είναι απαισιόδοξη. Όπως και στη ζωή. Εμένα όμως δεν με ενδιέφερε να κάνω μία ταινία αισιόδοξη ή απαισιόδοξη. Με ενδιέφερε να κάνω μία ταινία η οποία να μπορεί να καλύψει όλες μου τις ανάγκες και τις ανησυχίες.

Μία από τις πλέον χαρακτηριστικές σκηνές της ταινίας, έχω την αίσθηση ότι είναι η εμφάνιση του τεράστιου κουνελιού στο δάσος - που προσωπικά μου θύμισε κάτι από το Rabbits του David Lynch. Πως την εμπνευστήκατε;

Υπάρχουν όντως πολλές αναφορές επί του συγκεκριμένου, από το "Donnie Darko" (του Richard Kelly, γυρισμένη το 2001), μέχρι την "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων". Η αναφορά της ταινίας έχει να κάνει μ' έναν κόσμο παιδικό, απλά στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει ένα γιγαντιαίο κουνέλι, το οποίο αποτελεί μέρος της όλης παραβολής που εξελίσσεται στην ταινία κι αναφέρεται στο "μεγαλώνω". Τα μεγέθη, έτσι κι αλλιώς παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο στην εξέλιξη του ανθρώπου, όπου δύο παιδιά μεγαλώνουν σε αυτόν τον μικρό κόσμο...

Και από την αγαπημένη σκηνή στην αγαπημένη ατάκα, η οποία ακούγεται στο δεύτερο μισό της ταινίας, στη Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα έξω από τις Αποθήκες στην προβλήτα:
"- Εμείς τελικά παντού ξένοι θα είμαστε.
- Και παντού σαν το σπίτι μας..."
Με αφορμή αυτό θα ήθελα να ρωτήσω, τι είναι για εσάς το σπίτι, η πατρίδα και πως κρίνεται την άνοδο της ακροδεξιάς, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη γενικότερα;

Η άνοδος της ακροδεξιάς είναι κάτι που με συνθλίβει. Δε με λυπεί απλά, αλλά με συνθλίβει και νομίζω ότι έτσι θα έπρεπε να αισθάνεται κάθε πολιτισμένος άνθρωπος, διότι βασίζεται στην άγνοια, στη βία, στον πόνο και σε οτιδήποτε είναι αρνητικό. Και όλο αυτό θα έπρεπε να το έχουν σκεφτεί πολύ νωρίτερα πριν φτάσουμε εδώ. Η ακροδεξιά πάντα εκφράζεται με τον φασισμό και ο φασισμός πάντα εκφράζεται με τη βία. Είναι συνταρακτικό και παράλληλα συγκλονιστικό το πως σε αυτή τη χώρα, αλλά και γενικότερα στην Ευρώπη, μία ήπειρο που έχει αιματοκυλιστεί πολλές φορές, να συμβαίνουν αυτά... Είμαι κάθετα αντίθετος και το θεωρώ πολύ θλιβερό.

Όσο για την πατρίδα... Το γεγονός ότι αυτά τα παιδιά δεν ανήκουν πουθενά, το βρίσκω δραματικό. Από τη στιγμή μάλιστα που θέλουν να ανήκουν κάπου, πρέπει να ανήκουν εκεί που επιλέγουν. Εγώ προσωπικά, είμαι εναντίον του να ανήκεις κάπου. Θα έπρεπε να ανήκουμε όπου θέλουμε, να μπορούμε δηλαδή να διαλέξουμε και να είμαστε ό,τι θέλουμε, είτε αυτό είναι Άγγλος, Γάλλος, Αμερικάνος, είτε γκέι, στρέιτ, είτε οτιδήποτε. Θα έπρεπε ο άνθρωπος να είχε αυτή την ελευθερία. Ωστόσο από τη στιγμή που θέλει να ανήκει κάπου, δεν μπορείς να του το αρνηθείς.

Και είναι θεωρώ σκανδαλώδες να αρνούμαστε σε αυτά τα παιδιά στην Ελλάδα, που είναι περίπου γύρω στις διακόσιες χιλιάδες παιδιά μεταναστών, να έχουν ίσα διακαιώματα. Διότι ουσιαστικά περί αυτού πρόκειται. Μην έχοντας την ιθαγένεια και μην έχοντας χαρτιά, τους αρνούμαστε να έχουν ίσα δικαιώματα με τους υπόλοιπους Έλληνες. Τα παιδιά αυτά έχουν γεννηθεί εδώ, μιλάνε ελληνικά καλύτερα από εμάς και θεωρώ ότι είναι αυτή η γενιά που θα κουβαλήσει την Ελλάδα στην πλάτη της...

Καταλυτική επίσης σημασία στην εξέλιξη της ιστορίας είναι και η ύπαρξη του ιδιαίτερου σάουντρακ. Από την μουσική που ακούγεται στο νυχτερινό κέντρο του Τάσου (Άγγελος Παπαδημητρίου) μέχρι την εμμονή του Ντάνι (Κώστας Νικούλι) με την Πάτι Πράβο. Ποιος ο ρόλος της μουσικής στις ταινίες σας γενικότερα αλλά και ειδικά στο «Xenia»;

Αγαπώ πολύ τη μουσική. Όλες μου οι ταινίες έχουν μουσική. Μέχρι τώρα είχα δουλέψει αποκλειστικά με τους Στέρεο Νόβα, δηλαδή με τον Μιχάλη Δέλτα και τον Κωνσταντίνο Βήτα. Σε αυτή την ταινία, υπάρχει ένας επιπλέον λόγος για μουσική, καθώς ο πρωταγωνιστής προέρχεται από μία μουσική οικογένεια, έχει το χάρισμα της καλής φωνής και θέλει να γίνει τραγουδιστής. Οπότε ναι, είναι σημαντική η συμβολή της μουσική στην εξέλιξη της ταινίας.
Είναι και δικά σας ακούσματα αυτά;

Ναι, είναι και δικά μου ακούσματα. Επίσης για την Ιταλική μουσική ήταν κάτι το οποίο ιστορικά επηρέασε την κομμουνιστική Αλβανία που είχε κλειστά σύνορα και το μόνο πράγμα που περνούσε ήταν η RAI, οπότε όλες αυτές οι γενιές των γονιών του Οδυσσέα και του Ντάνι, αλλά και των ηρώων μου, του Κώστα και του Νίκου, μεγάλωσαν με ιταλική μουσική. Ήταν ένας συνδετικός κρίκος. Και επίσης βρίσκω πάρα πολύ ελκυστικό, το γεγονός ότι στην ποπ κουλτούρα, στην ποπ μουσική, υπάρχουν εκφάνσεις αυτής της κουλτούρας, όπως τα τραγούδια που ακούγονται, οι οποίες συνδέουν διαφορετικούς ανθρώπους πάνω στη γη. Δηλαδή θέλω να πω ότι, εγώ άκουγα αυτή τη μουσική όταν ήμουν μικρός, η μητέρα του Ντάνι την άκουγε στην Αλβανία, στην Ιταλία όπου και δημιουργήθηκε, αλλά και στη Γαλλία την ίδια στιγμή και πάει λέγοντας. Κατά συνέπεια, όλο αυτό βρίσκω ότι το κάνει η ποπ και συνδέει όλους αυτούς τους ανθρώπους μεταξύ τους.

Μέσα στην οικονομική κρίση και τους δύσκολους καιρούς που διανύουμε, πως εξελίχθηκε η διαδικασία παραγωγής και ολοκλήρωσης της ταινίας σας και πως στην πορεία επηρεάστηκε από αστάθμητους παράγοντες, όπως για παράδειγμα το κλείσιμο της ΕΡΤ Α.Ε.;

Οι δυσκολίες ήταν πάρα πολύ μεγάλες. Ήταν η πιο δύσκολη ταινία που έκανα, διότι ήταν και η πιο μεγάλη σε όρους μπάτζετ. Επίσης ήταν συμπαραγωγή και πολλές φορές είναι δύσκολο πράγμα η συμπαραγωγή. Στην Ελλάδα τώρα αρχίζουμε να αναπτύσσουμε το "know how" στις συμπαραγωγές. Εγώ είχα την τύχη και την ευκαιρία, η δεύτερη μου ταινία να είναι συμπαραγωγή, οπότε ήμασταν λιγάκι πιο εξοικειωμένοι αλλά γενικά είναι ένα δύσκολο πράγμα που καλείσαι να διαχειριστείς. Το κλείσιμο της ΕΡΤ, ήταν ένα από τα δραματικά πράγματα που συνέβησαν και το οποίο δεν το περίμενε κανείς μας. Δηλαδή ήμουν προετοιμασμένος και περίμενα πάρα πολλά, αλλά όχι αυτό. Εκεί αντιμετώπισα πάρα πολύ σκληρή στάση από τους συμπαραγωγούς. Ενώ στο κλείσιμο της ΕΡΤ ήταν πολύ διαλλακτικοί και μας βοήθησαν πάρα πολύ, τόσο οι Γάλλοι όσο και οι Βέλγοι, διότι κατάλαβαν ότι ήταν μία κατάσταση πέρα του φυσιολογικού, αργότερα όμως και όπως είναι φυσικό, ήθελαν τα λεφτά τους. Τα οποία δεν υπήρχαν και τα οποία θα έπρεπε να τα δώσω από την τσέπη μου. Ε, αυτό ήταν τραγικό...


«Xenia» (Ελλάδα - 2014)
Σκηνοθεσία: Πάνος Χ. Κούτρας
Σενάριο: Πάνος Χ. Κούτρας, Παναγιώτης Ευαγγελίδης
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Hélène Louvart, Σίμος Σαρκετζής
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Πηνελόπη Βαλτή
Κοστούμια: Βασίλης Μπαρμπαρίγος
Ήχος: Fabrice Osinski
Μοντάζ: Γιώργος Λαμπρινός
Μουσική Delaney Blue
Πρωταγωνιστούν: Κώστας Νικούλι, Νίκος Γκέλια, Ρομάνα Λόμπατς, Αγγελος Παπαδημητρίου, Γιάννης Στάνκογλου, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου.
Το φιλμ «Xenia» του Πάνου Χ. Κούτρα, πραγματοποίησε την ελληνική του πρεμιέρα στο 20ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρες, ενώ από την Πέμπτη 2 Οκτωβρίου θα κυκλοφορήσει στις Κινηματογραφικές Αίθουσες της χώρας, σε διανομή της Feelgood Entertainment. H ταινία θα προβάλλεται σε επιλεγμένες ώρες προβολών με ειδικούς υπότιτλους για ανθρώπους με προβλήματα ακοής.

Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε ότι την Πέμπτη 2 Οκτωβρίου στις 12:00 στο καφέ του βιβλιοπωλείου Ιανός (Σταδίου 24, Αθήνα, Τηλ.: 210-3217917) και με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Μη Βίας, διοργανώνεται μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συζήτηση για τη βία και τις ποικίλες εκφάνσεις της.

Τη συζήτηση θα συντονίσει η Μαρία Κατσουνάκη (αρθρογράφος - κριτικός κινηματογράφου της εφημερίδας «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ») και ομιλητές θα είναι οι:
Πάνος Χ. Κούτρας: Σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος της ταινίας «ΧΕΝiΑ»
Παναγιώτης Δαμάσκος: Κοινωνιολόγος-Ομοφυλοφιλική Λεσβιακή Κοινότητα Ελλάδας (ΟΛΚΕ)
Μαριανέλλα Κλώκα: Μέλος του Διεθνούς Οργανισμού «Κόσμος χωρίς πολέμους και βία»

πηγη:
http://tvxs.gr/news/sinema/panos-x-koytras-i-anodos-tis-akrodeksias-me-synthlibei