Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Η Τέχνη απέναντι στο Τέρας...





Στις 13 Μαρτίου ξεκίνησε το δεκαήμερο Αντιφασιστικό Φεστιβάλ Παραστατικών Τεχνών στο Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο «Εμπρός». Δέκα μέρες γεμάτες  θεατρικές παραστάσεις και εργαστήρια για παιδιά κι ενήλικες, χορό, συναυλίες, performances, προβολές, δρώμενα και οργανωμένες συζητήσεις.
Την εβδομάδα που πέρασα στο «Εμπρός», έναν άνθρωπο έβλεπα συνέχεια μπροστά μου, μέρα- νύχτα: τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Βασίλη Κουκαλάνι, δραστήριο, αεικίνητο, να τρέχει πάνω κάτω συνέχεια, είτε μιλώντας στον κόσμο είτε κανονίζοντας κάτι στο τηλέφωνο είτε τραβώντας βίντεο και φωτογραφίες, πάνω στη σκηνή, πίσω απ’ τη σκηνή, στο δρόμο, παντού. Γεννήθηκε στη Γερμανία από πατέρα Ιρανό και μητέρα Ελληνίδα και έχει ζήσει στη Γερμανία, στο Ιράν, στις Ηνωμένες Πολιτείες και, εδώ και περίπου τριάντα χρόνια, στην Ελλάδα.



Από κοντά στον Βασίλη Κουκαλάνι και η Ντίνα Σταματοπούλου, μέλος τους σκληρού πυρήνα των διοργανωτών. Την έβρισκες τη μία στιγμή να σερβίρει μπύρες στο μπαρ και την άλλη να στήνει το σκηνικό για την παράστασή της, δίνοντας συμβουλές στους ηθοποιούς της. Συνέχεια έψαχνε κάποιον ή κάτι, προσπαθώντας να τελειοποιήσει και την τελευταία λεπτομέρεια.
Πραγματικά πιστεύω ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι (όπως και όλοι όσοι ανήκουν στους εμπνευστές- διοργανωτές) ζουν εδώ και μέρες, κοιμούνται, ξυπνάνε και αναπνέουν για το φεστιβάλ.
Στην πρώτη μου ερώτηση, αφού είχα διαβάσει το «μανιφέστο» του φεστιβάλ, ρώτησα απλά
VICE: Γιατί εσείς, γιατί εδώ, γιατί τώρα;
Βασίλης Κουκαλάνι: Με την έκρηξη της αντίστασης κατά του φασισμού μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα αλλά και του Σαχζάντ Λουκμάν είμαστε σχεδόν οι τελευταίοι που παίρνουν θέση και αναλαμβάνουν δράση κατά του εκφασισμού της κοινωνίας και των φασιστών. Πριν από εμάς, υπήρξαν πρωτοβουλίες σε γειτονιές, σχολεία και σχολές, φοιτητικούς συλλόγους, εργατικούς χώρους, πολιτικές οργανώσεις, πολιτιστικούς, ακόμα και αθλητικούς, συλλόγους. Οι παραστατικές τέχνες πρέπει να εκμεταλλευτούν το βήμα που τους δίνεται μέσα από τη δουλειά τους και να προσπαθήσουν να είναι κοινωνικά πιο αντιληπτές, με μεγαλύτερη παρεμβατικότητα. Το Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο «Εμπρός» είναι ένας χώρος δημιουργικής αντίστασης και συνάντησης των τεχνών με τον κοινωνικό ακτιβισμό, έχει ανοιχτή συνέλευση και δίνει χώρο και προοπτική σε ανεξάρτητη και συλλογική δημιουργία. Νομίζω πως η συμμετοχή και συνδιοργάνωση του Εμπρός με το Αντιφασιστικό Φεστιβάλ είναι, και για τις δυο πλευρές, η πιο συνεπής και μεστή συνεργασία. Το κάλεσμά μας ήταν ανοιχτό για όποιον θέλει να συμμετέχει και βασίστηκε στην έλξη και όχι στην προώθηση και την στρατολόγηση. Γι' αυτό όλοι εμείς.
Ντίνα Σταματοπούλου: Γιατί υπάρχει μια πραγματικότητα που για πολλούς είναι ασφυκτική και δημιούργησε τη ζωτική ανάγκη για μια συντονισμένη κίνηση, πέρα από μεμονωμένες φωνές, αλληλεπιδρασης γύρω από τα θέματα που αφορούν στην τέχνη στην Ελλάδα του σήμερα. Η Αθήνα τα τελευταία χρόνια είναι ένα πεδίο πολτικών αντιπαραθέσεων και προβληματισμού. Υπάρχει τόσο η επιθυμία όσο και η «μαγιά» για να μετατραπεί σε έναν χώρο δημιουργικού διαλόγου. Το καλλιτεχνικό πρόσημο του φεστιβάλ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο δίκτυο αυτοοργάνωσης που παρατηρείται ήδη σε πολλές εκφάνσεις της ζωής στην Αθήνα και δείχνει την ανάγκη που υπάρχει στους ανθρώπους για δημιουργία συλλογικοτήτων μέσα από τις οποίες θα αλληλοϋποστηριχτούν και θα δώσουν νέες λύσεις σε παλιά και νέα προβλήματα. Η τέχνη είναι από μόνη της μια απάντηση, όχι βέβαια υπό την έννοια ότι δίνει απαντήσεις αλλά επειδή αποτελεί έναν χώρο αναπνοής, ζύμωσης και προβληματισμού γύρω από την ανθρώπινη κατάσταση. Συνευρεθήκαμε λοιπόν άνθρωποι που επιθυμούμε βαθειά τη συνδιαλλαγή γύρω από τα θέματα αυτά (Μέλη της Κίνησης Καλλιτεχνών με Αναπηρία, Θέατρο Κωφών Ελλάδος, καλλιτέχνες από διάφορες χώρες που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα). Διαλέξαμε το Εμπρός που είναι ένας υποδειγματικός χώρος αυτοδιαχείρισης με τεράστια ιστορία στο κέντρο της Αθήνας που υποστηρίζεται από καλλιτέχνες από όλα τα πεδία της σύγχρονης δημιουργικής δραστηριότητας. 



Προφανώς δεν κάνετε ένα φεστιβάλ κατά ξυρισμένων κεφαλιών και τατουάζ με σβάστικες, πόσο βαθύς είναι ο εκφασισμός της κοινωνίας που πολεμάτε;
Βασίλης Κουκαλάνι: Σίγουρα οι συζητήσεις μας και ο προβληματισμός του φεστιβάλ περιέχουν αρκετές εκφάνσεις του φασισμού και του ρατσισμού, από τον θεσμικό ρατσισμό που πνίγει ανθρώπους στη θάλασσα, απελαύνει και επαναπροωθεί ανθρώπους σε χώρες όπου είτε διώκονται πολιτικά οι ίδιοι είτε βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, μέχρι την συμμετοχή των κυρίαρχων μίντια που δίνουν βήμα στους φασίστες και δημιουργούν τα στερεότυπα που κάνουν την κοινωνία να είναι προκατειλημμένη, ρατσιστική και φοβική απέναντι σε οποιονδήποτε είναι διαφορετικός.
Διηγούμαι στη Ντίνα ένα μικρό περιστατικό από το μεσημέρι του Σαββάτου, όταν παρακολούθησα την παιδική παράσταση που σκηνοθέτησε, το Μαγικό ταξίδι της Ευγενίας. Δίπλα μου κάθεται μια μητέρα και με ρωτάει, δυο λεπτά πριν θηλάσει την κόρη της, αν θα αναρτήσω κάπου στο Ίντερνετ τις φωτογραφίες που με βλέπει να τραβάω ασταμάτητα. «Ο φίλος μου είναι να σκάσει», μου λέει, «ξέχασε τη φωτογραφική στο σπίτι». Μου ζητάει ειδικά φωτογραφίες από τα μπαλόνια και τα παιδιά που έχουν σχεδόν γεμίσει το θέατρο. Ελπίζω να δει κάποια και να της αρέσει. Ο χώρος είναι γεμάτος κίτρινα μπαλόνια που ζητούν ιθαγένεια για όλα τα παιδιά, μερικά έχουν ξεφύγει από τα λεπτά παιδικά χέρια κι έχουν πετάξει μέχρι την οροφή του θεάτρου. Μαμάδες και μπαμπάδες γελούν και χορεύουν με τις μικρές τους κόρες (πολύ λίγα συγκριτικά τ’ αγοράκια!). Ελληνάκια και μεταναστάκια τρέχουν και παίζουν παρέα πριν και μετά την παράσταση. Η Ντίνα μου λέει ότι είναι χαρούμενη που μπορεί μέσα απ’ την τέχνη της (είναι η συγγραφέας και σκηνοθέτις) να προκαλεί αυτά τα συναισθήματα. Κατά τη διάρκεια της παράστασης βλέπουμε επί σκηνής τον Δον Κιχώτη, τον Πίτερ Παν, τον Ηρακλή, τον Άτλαντα, έναν δράκο και δεν θυμάμαι κι εγώ τι άλλο. Στην σκηνή που στο θέατρο αντήχησαν πιο δυνατά τα γέλια μικρών και μεγάλων, ένας βασιλιάς, ένας λύκος και μια μάγισσα  ραπάρουν.



Σε κάποια άλλα σημεία της πόλης, μπορεί την ίδια ώρα κάποιοι γονείς να πήγαιναν τα δικά τους παιδιά σε καθαρά ελληνικά sunday schools, κηρύττοντας μίσος και φανατισμό.
VICE: Λοιπόν, τι δουλειά έχει η Ευγενία στο αντιφασιστικό;
Ντίνα Σταματοπούλου:  Ό,τι δουλειά έχει σε ένα Αντιφασιστικό Φεστιβάλ Παραστατικών Τεχνών μια παράσταση που καταδεικνύει τη σημασία της σχέσης των παιδιών με τα βιβλία και την ανάγνωση για τη δημιουργία μιας πιο ευρείας αντίληψης για τη ζωή και την πραγματικότητα που μας περιβάλλει.
Επειδή ξέρω ότι ο χρόνος τους είναι πολύτιμος (είπαμε, τους παρακολουθώ μια εβδομάδα να τρέχουν πέρα- δώθε συνέχεια) ζητάω να μου πουν εν συντομία για τις μελλοντικές τους δράσεις, αν υπάρχει ήδη κάποιος προγραμματισμός δεδομένης της εξαιρετικά μεγάλης προσέλευσης κόσμου. «Θέλουμε να φέρουμε τις δράσεις και παραστάσεις μας στις γειτονιές της Αθήνας από το Κερατσίνι στον Άγιο Παντελεήμονα κι από το Μαρούσι μέχρι τον Νέο Κόσμο» μου λέει ο Βασίλης Κουκαλάνι. 
Φεύγοντας, μία κυρία με πιάνει απ’ το μπράτσο και μου λέει: «Γιατί δεν το κρατάνε για πάντα το φεστιβάλ; δεν βλέπουν την απήχηση που έχει στον κόσμο;»



Η Ντίνα επιμένει ν’ αναφέρω όλους τους διοργανωτές: Το Αντιφασιστικό Φεστιβάλ, είναι μια συνδιοργάνωση του «Εμπρός» και πρωτοβουλίας ανθρώπων και ομάδων. Η Συντονιστική Ομάδα του Φεστιβάλ αποτελείται από τους: Βασίλης Κουκαλάνι, Ντίνα Σταματοπούλου, Ιουλία Πύρρου, Λαρίσσα Βέργου, Στέλλα Χριστιδουλοπούλου, Τατιάνα Σκανάτοβιτς.
Το βράδυ της Κυριακής 16 Μαρτίου το πρόγραμμα περιλάμβανε την παράσταση «Η χαμένη τιμή της Katharina Blum» από τα κορίτσια της ομάδας Ubuntu. Προσωπικά, είχα τη χαρά να την παρακολουθήσω και νωρίτερα τον χειμώνα, μια από τις καλύτερες παραστάσεις που παρακολούθησα φέτος. Ζωντανή και γεμάτη φρεσκάδα, τόσο στη διασκευή και σκηνοθεσία από την Ελεάνα Τσιχλή όσο και επί σκηνής, από τέσσερις ιδιαίτερα ταλαντούχες ηθοποιούς, τις τέσσερις «Καταρίνες»: Κλεοπάτρα Μάρκου, Κατερινα Λάττα,Ελεάνα Στραβοδήμου, Μαριάνθη Παντελοπούλου». Η σκηνοθέτις μου λέει ότι αν και αρχικά αμφιταλαντεύτηκαν σχετικά με τη συμμετοχή τους στο φεστιβάλ, λόγω φόρτου εργασίας απ’ όλες τους, η ανάγκη ν’ ακουστεί κι η δική τους φωνή, υπερσκέλισε όλα τα εμπόδια.
VICE: Πόσο ταιριαστό είναι ένα έργο σαν αυτό για ένα αντιφασιστικό φεστιβάλ; 
Ελεάνα Τσιχλή:Το ενδιαφέρον συνολικά με το Φεστιβάλ είναι πως όσα πρόσωπα μπορεί να έχει ο φασισμός στις μέρες μας, τόσοι διαφορετικοί τρόποι βρίσκονται να μιλήσεις για αυτό, πράγμα το οποίο επαληθεύεται καθημερινά στο «Εμπρός». Η παράσταση μας διαπραγματεύεται το φασισμό κυρίως των ΜΜΕ και γενικότερα όλη την ανθρωποφαγία που βλέπουμε και στις μέρες μας να συμβαίνει απέναντι σε αδύναμους ανθρώπους, όταν μάλιστα δεν υπάρχει κανένας κρατικός μηχανισμός που να μπορεί να τους προστατεύσει.
Τελικά, πόσες «Καταρίνες» υπάρχουν εκεί έξω;
Ο Μπελ στην «χαμένη τιμή» επιλέγει για να μας συστήσει στην ιστορία του μια συγκεκριμένη Καταρίνα. Δυστυχώς, όμως, χωρίς κάποια δύσκολή αναγωγή θα μπορούσαμε να βάλουμε στη θέση της Καταρίνα πολλούς άλλους ανθρώπους. Και οι οροθετικές που συνελήφθησαν Καταρίνες είναι, και τα θύματα της αδηφάγου showbiz Καταρίνες είναι, όσοι συλλαμβάνονται για μικροχρέη στο δημόσιο Καταρίνες είναι, οι άνεργοι που τους κόβουν πρόστιμο στα ΜΜΜ ενώ δεν έχουν να το πληρώσουν, Καταρίνες είναι οι αδικαιολογήτως προσαχθέντες στη ΓΑΔΑ στις πορείες, Καταρίνες είναι.... και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά.. μακάρι να τελείωνε αυτή η λίστα.
Φαντάζομαι ότι δεν είχατε ξαναπαίξει στην σκηνή του «Εμπρός». Τι σημαίνει αυτό για εσάς- μια παράσταση σ’ ένα αντιφασιστικό φεστιβάλ που γίνεται σ’ ένα αυτοδιαχειριζόμενο θέατρο;
Είμαστε υπέρ όλης αυτής της πρωτοβουλίας και - προσωπική εκτίμηση- μετά από αρκετό καιρό και αρκετό κόπο, το «Εμπρός» περνά τώρα την πιο ώριμη και υγιή φάση του σε σχέση με το στόχο του. Δυστυχώς, στην εποχή που η Τέχνη υποβαθμίζεται τόσο, που οι άλλοτε επιχορηγήσεις για τις ομάδες φαντάζουν σενάριο επιστημονικής φαντασίας, που το θέατρο πια μοιάζει με ακριβό σπορ για λίγους, η πρωτοβουλία του «Εμπρός» και του Αντιφασιστικού να δώσει σε ομάδες με πολιτικές ανησυχίες ως βήμα την ιστορική σκηνή του θεάτρου αυτού, αν το δούμε συμβολικά είναι αρκετά συγκινητικό. Όταν βλέπεις δε τη μεγάλη συμμετοχή και την θετικότατη αποδοχή του κόσμου και το απίστευτα ενωτικό κλίμα αυτοοργάνωσης σε αυτό το εγχείρημα, δεν έχεις παρά να βρίσκεσαι εκεί καθημερινά και να νιώθεις πως κάτι καινούργιο γεννιέται εδώ... Στο «Εμπρός» πήραμε τη δύναμη να συνεχίσουμε, σε πείσμα των καιρών.



Στη συνέχεια μιλάμε λίγο για την παράσταση και την επιθυμία τους να ξαναπαιχτεί, ειδικά εκτός Αθήνας, εφόσον υπάρξει κάποιο κάλεσμα καθώς και για τη νέα παράσταση της ομάδας Ubuntu(την τρίτη τους), τη Διαβολιάδα του Μιχαήλ Μπουλγκάγκοφ, η οποία παίζεται ήδη στο Bios, και συνεχίζει την ενασχόλησή τους με το αφηγηματικό και πολιτικό θέατρο.
Στην τελευταία  μου ερώτηση για το όνομα της ομάδας και αν προτείνουν να βάλω Ubuntu στον ταπεινό μου υπολογιστή, μου απαντούν όλες ότι: «Η έμπνευση για το όνομα της ομάδας προήλθε από την Αφρική, και μάλλον η αντίστοιχη επιρροή υπήρξε και για το συνόνόματο λειτουργικό σύστημα. Όλα ξεκινούν από το αφρικάνικο ρητό “Υπάρχουμε, άρα υπάρχω”. Κατά τα άλλα η κατάρτιση μας πάνω στους υπολογιστές είναι από το 1 ως το 6 στην κλίμακα του 10 και καμιά δεν έχει Ubuntu.»



Πέμπτη βράδυ, 20 του μήνα, στη σκηνή του «Εμπρός» ανεβαίνει ο Μανώλης Αφολιάνο, γνωστός ως McYinka. Το όνομα που, όπως λέει με περηφάνια, του δόθηκε χάρη στην αφρικανική καταγωγή του (olayinka= όλα γύρω μου είναι ευλογημένα). Ο Μανώλης που είναι γνωστός και ως Μυστήριο (όπως λέει ο ίδιος, πιο hip hop, underground φάση) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Η μουσική του είναι hip hop δημιουργικά μπερδεμένη με άλλα είδη όπως reggae, soul, funk. Στους στίχους του καταπιάνεται κυρίως με κοινωνικά και προσωπικά θέματα, που αντλεί από την καθημερινότητα.
Μόλις ξεκινάει να μιλάει, απαντώντας στην πρώτη μου ερώτηση, για τις σκέψεις του σχετικά με τον νέο νόμο για την ιθαγένεια, καταλαβαίνω αμέσως με τι άνθρωπο έχω να κάνω. «Κοίταξε, έχω σκληραγωγηθεί πολύ με τα χρόνια και πιστεύω ότι ήταν κάπως αναμενόμενο αυτό το πισωγύρισμα. Το καθεστώς έχει δείξει τα δόντια του και τη γραμμή που ακολουθεί στο μεταναστευτικό. Γυρνάμε πάλι πίσω στην αρχή κι έχουμε να παλέψουμε με τις καταστάσεις εναντίον μας. Διεκδικούμε καθημερινά τη ζωή μας ως ισότιμοι πολίτες. Εγώ, σκέψου, έχω φτάσει στα 30 και είμαι ακόμη με άδεια παραμονής. Έκανα πρόσφατα αίτηση για πολιτογράφηση και το παράβολο μου κόστισε 700€, ενώ μέχρι πρόσφατα στοίχιζε περίπου 100€».



Για το φαινόμενο της ανόδου των ακροδεξιών και ξενοφοβικών μορφωμάτων- κομμάτων σε όλη την Ευρώπη και ειδικά στην Ελλάδα, η ανάλυσή του δείχνει έναν άνθρωπο που βιώνει το αποτέλεσμα και προσπαθεί να εξηγήσει τα αίτια: «Αρχικά, η μισαλλοδοξία, η «ρατσιστική μάστιγα» μπορεί να πολεμηθεί με την παιδεία και την τέχνη, τόσο θεωρητικά όσο και έμπρακτα, κατεβαίνοντας και στο δρόμο όποτε χρειαστεί. Από την άλλη, πρέπει να κατανοήσουμε ότι φασίστες πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Το θέμα είναι να βρεθούμε κοντά στον άνθρωπο της διπλανής πόρτας που τον παίρνει η μπάλα μέσα στην ανέχειά του και ρίχνει όλες τις ευθύνες- λόγω άγνοιας κυρίως- στους ξένους. Αυτή η αρρώστια εξαπλώνεται χωρίς να το καταλάβεις», μου λέει, πριν ολοκληρώσει λέγοντας ότι «ο αντιφασισμός ποτέ δεν πρέπει να σταματάει».
Αυτό που τον εξοργίζει, επειδή το δέρμα του τυχαίνει να είναι πιο σκούρο απ’ το δικό μου, είναι όταν τον «τσουβαλιάζουν» έστω και για πλάκα ή με καλές προθέσεις: «όταν έπαιζε εκείνη η διαφήμιση με τον ποδοσφαιριστή, ήμουν για όλους ο Πίου. Πίου και Πίου όλη την ώρα. Παλιότερα ο Καρεμπέ. Στο μέλλον κάποιος άλλος. Με εκνευρίζει και όταν με προσεγγίζει κάποιος και μου αρχίζει τα “yo” και τα “man” επειδή λόγω χρώματος, μουσικής ή οτιδήποτε άλλο μ’ έχει ήδη κατατάξει κάπου».
Πιστεύει ότι ακόμη και σήμερα, υπάρχουν πολλοί που δεν έχουν εξοικειωθεί με το διαφορετικό. «Υπάρχει έλλειψη κοινωνικής συνείδησης. Με βλέπουν μαύρο και αυτό ξενίζει πολλούς, δεν έχουν συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι ζούμε μαζί, ότι εδώ γεννήθηκα. Τους έχουν μάθει ότι τα πράγματα πρέπει να είναι κάπως, ότι τα πράγματα ήταν καλά παλιά και κάπως έτσι τα θέλουν “όπως παλιά” αλλά πώς είναι δυνατό να προχωράμε πάνω στην ευθεία γραμμή της ζωής, της εξέλιξης, και να μένουν όλα ίδια; Δεν γίνεται».



Για κλείσιμο, μου λέει, σχετικά με το μέλλον: «Υπάρχουν καλές μέρες και πολύ άσχημες μέρες. Το θέμα είναι από ποια οπτική βλέπεις τα πράγματα. Θα παλέψουμε και θα τα φτιάξουμε καλύτερα, με περισσότερες δράσεις, με περισσότερες συλλογικότητες. Εμείς τα φτιάχνουμε τα πράγματα». Κάπως έτσι, κέρδισε για πάντα τον σεβασμό μου.
Οφείλω να πω ότι αυτό που έζησα δεν είναι από εκείνα τα φεστιβάλ όπου μετράνε οι προθέσεις... στο «Εμπρός» κανείς δεν σκέφτηκε «είναι για καλό σκοπό, δεν μας πειράζει αν η ποιότητα είναι μέτρια, είναι δωρεάν» κτλ. Όλα τα θεάματα που παρακολούθησα στο φεστιβάλ ήταν άρτια, με τη δική τους ταυτότητα και αισθητική. Πιο σημαντικό όμως είναι ότι για δέκα μέρες βρίσκονται μαζεμένοι τόσοι πολλοί προοδευτικοί άνθρωποι σ’ έναν χώρο πανέμορφο, ένα ιστορικό θέατρο όπως το «Εμπρός» και τα πάντα κυλάνε με βασικούς άξονες την ελευθερία, τη χαρά της συμμετοχής, την ισότητα, μα πάνω απ’ όλα την αλληλεγγύη. Η Τέχνη απέναντι στο Τέρας.

πηγη:http://www.vice.com/gr/read/parakolouthisame-to-antifasistiko-festival

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου