Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

«Καπιταλισμός, η αρχή όλου του κακού» Καρυοφιλλιά Καραμπέτη. (Βίντεο)



καρυοφιλλιά καραμπέτη





Η Καρυοφιλλιά Καραμπέτη μιλάει  για τη νέα της ταινία «Electra» που παίζεται αυτές τις μέρες στις αθηναϊκές αίθουσες, για το επάγγελμα του ηθοποιού και το τίμημα του να μένεις πιστός στις αρχές της τέχνης, για τη ξενοφοβία και το ρατσισμό που έχουν εισχωρήσει στο πετσί της ελληνικής κοινωνίας, για τον καπιταλισμό ως υπαίτιο της σημερινής κρίσης. Η σημαντική ελληνίδα ηθοποιός πρωταγωνιστεί αυτό το χειμώνα και σε τρία θεατρικά έργα. Στα «Πικρά δάκρυα της Πέτρα Φον Καντ » του Ράινερ Βέρντερ Φσμπίντερ (Εθνικό θέατρο- Μικρό Rex),  το "Madre Dolorosa -Ο Έρωτας" (κάθε Δευτέρα στις 9 μμ., στο Tin Pan Alley του Ψυρρή) της Σόνια Ζαχαράτου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καντιώτη και το «Στροχάιμ» του Δημήτρη Δημητριάδη, που θα παιχτεί τους επόμενους μήνες.
Συνέντευξη στους Παναγιώτη Φρούντζο, Κωνσταντίνο Καϊμάκη
Με ποιο βασικό κριτήριο επιλέγετε τις δουλειές που θα κάνετε;
Ανάλογα την περίσταση. Μετά από πολύ καιρό βρέθηκα ξανά στο κινηματογραφικό πλατό για την «Electra» και ο κύριος λόγος ήταν ο σκηνοθέτης της. Ο Πέτρος Σεβαστίκογλου είναι ένας άνθρωπος που εκτιμώ πολύ. Επιπλέον γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Από το 1983 που ήμαστε σχεδόν 20άρηδες και κάναμε πρόβες για ένα θεατρικό έργο του πατέρα του Γιώργο Σεβαστίκογλου, ο οποίος ήταν για μένα ο μεγάλος μου δάσκαλος. Από τότε είχα αντιληφθεί τη γλυκύτητα, την ευγένεια και το εξαιρετικό μυαλό του Πέτρου. Είχα πάρει μέρος και στην πρώτη μικρού μήκους ταινία του, το «Asfael» το 1987 και από τότε είχαμε πει να ξανασυνεργαστούμε. Όταν πριν από λίγα χρόνια μου έκανε πρόταση για την «Electra» δέχτηκα αμέσως. Είχα όμως ελάχιστο ελεύθερο χρόνο λόγω των θεατρικών υποχρεώσεων μου. Μόλις βρέθηκε λίγο κενό το Πάσχα του 2012 ταξιδέψαμε στη Σενεγάλη όπου πραγματοποιήθηκε το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων.
Τι θα απαντούσατε σε κάποιον που θα σας ρωτούσε να μάθει για ποιο λόγο αξίζει να δει κανείς την ταινία «Electra»;
Θα του έλεγα ότι σε όσους αρέσει ο mainstream κινηματογράφος καλύτερα να μην πάνε να τη δουν. Με δεδομένο ότι μπορεί να ξαφνιαστούν, να προβληματιστούν ή ακόμη και να μην καταλάβουν τα μηνύματα της. Αν όμως αναζητούν το διαφορετικό και ιδιαίτερο, αυτή είναι μια ταινία που μπορεί να τα προσφέρει. Είναι ένα έργο με άποψη, ατμόσφαιρα και δυνατές ποιητικές εικόνες. Είναι μια ταινία σχεδόν ντοκιμαντερίστικη, χωρίς διαλόγους που στηρίζεται στην εικόνα, τη μουσική και τις ερμηνείες. Προσωπικά, πρώτη φορά έχω παίξει έτσι, σε ένα ρόλο αληθινή πρόκληση. 
Τι αναμνήσεις έχετε από τα γυρίσματα στη Σενεγάλη;
Τις καλύτερες. Μείναμε σε ένα μικρό χωριό και παρά τις δυσκολίες της καθημερινότητας, περάσαμε υπέροχα. Χάρη στην ευγένεια και την καλοσύνη των χωρικών που παρά τη φτώχεια τους ήταν με το χαμόγελο στα χείλη. Μου έκανε εντύπωση το πνεύμα συνεργασίας όλων στις δουλειές του χωριού. Από το μαγείρεμα ώς την καθαριότητα. Και επίσης πως δεν υπήρξε ρατσισμός. Από την ανάποδη εννοώ, για τους λευκούς ξένους που «εισέβαλλαν» στο χώρο τους.  
Αντίθετα με το σενεγαλέζικο χωριό κάπου αλλού ο ρατσισμός και η ξενοφοβία καλπάζουν. Τελικά ο έλληνας είναι ρατσιστής;
Δυστυχώς ναι. Υποτίθεται ότι παλιά δεν ήταν αλλά πλέον κανείς δεν μπορεί να το παραγνωρίσει αυτό. Βλέπουμε το ρατσισμό παντού. Στα ποσοστά της Χρυσής Αυγής. Στην καθημερινότητα μας.  Στους ανθρώπους της διπλανής πόρτας.
καρυοφιλλιά καραμπέτη
Μπορεί κάποιος που έχει μεγαλώσει σε ένα υγιές περιβάλλον, με τις βασικές αρχές της δημοκρατίας και του σεβασμού στη διαφορετικότητα, να αλλάξει και να πάει στο άλλο άκρο;
Δεν το πιστεύω. Κρίνω βέβαια από δικούς μου φίλους που δεν έχουν αλλάξει και έχουν κρατήσει τα πιστεύω και τις αρχές τους. Δεν γνωρίζω κάποιον που είχε άλλα μυαλά τότε κι άλλα τώρα. Θεωρώ ότι όσοι αλλάζουν δεν έχουν ισχυρές βάσεις. Και στην πορεία ανάλογα προς τα που φυσάει ο άνεμος, πράττουν αντιστοίχως. 
Τι κάνετε όταν συναντάτε έναν τέτοιο άνθρωπο;
Τυχαίνει σπάνια κάτι τέτοιο. Συνήθως σε κάποιο μέσο μεταφοράς. Όταν βλέπω την εικόνα ενός τέτοιου ανθρώπου σχεδόν τρομάζω. Δεν την καταλαβαίνω. Δεν μπορώ να συνδιαλλαγώ με έναν άνθρωπο σαν αυτόν. Μπορώ να κατανοήσω τι του συμβαίνει (με την έννοια ότι υπάρχει κοινωνική οργή) αλλά δεν θα τον δικαιολογήσω ποτέ. Δεν δικαιώνεται με τίποτα η υιοθέτηση φασιστικών συμπεριφορών και ιδεολογιών. Αυτοί οι άνθρωποι ξυπνούν ένα πρωί και έχουν σβήσει από μέσα τους κάθε ιστορική γνώση ή μνήμη γύρω από τα εγκλήματα που έχει διαπράξει ο φασισμός. Ξεχνούν τη φρίκη που έχει ζήσει η ανθρωπότητα γενικότερα αλλά και ο έλληνας ειδικότερα εξαιτίας του φασιμού. Και εν τέλει στρέφονται εναντίον του ίδιου τους του εαυτού. Και δεν βλέπουν την ουσία.
Ποια είναι η ουσία αυτού του ζητήματος;
Ότι αυτή η κρίση που ζούμε είναι γέννημα θρέμμα του καπιταλισμού και καμιά ευθύνη δεν έχουν τα φτωχότερα πλάσματα, οι ξένοι μετανάστες ή κάποιοι άλλοι μη έχοντες (άνεργοι, άστεγοι, αποκληροι) δηλαδή, οι οποίοι είναι τα μεγαλύτερα θύματα αυτής της ιστορίας. Το να βλέπω απλούς καθημερινούς ανθρώπους να βρίζουν τους μετανάστες και τα βάζουν μαζί τους θεωρώντας τους υπεύθυνους για τη σημερινή κατάσταση, είναι κάτι που δεν το χωράει το μυαλό μου.
Και με ποιους πρέπει να τα βάλει αυτός που νιώθει αδικημένος;
Με τους πραγματικούς υπαίτιους. Τους καπιταλιστές. Τους τραπεζίτες. Τους πολιτικούς. Ο καπιταλισμός όμως είναι η βάση του κακού. Αυτός είναι που δημιουργεί τέτοιου είδους ρήξεις και συγκρούσεις σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Στο όνομα του γίνονται τα συνήθη εγκλήματα. Εκεί δηλαδή που υπάρχουν π.χ. πετρέλαια, θα δημιουργήσει πολέμους, εσωτερικές κρίσεις στα καθεστώτα όταν κάτι δεν πάει καλά και δεν εξυπηρετούνται τα συμφέροντα του, διαμάχες, εμφύλιοι και οι φτωχότεροι που θέλουν να επιβιώσουν αναγκάζονται να φύγουν για μια καλύτερη μοίρα με τις γνωστές σκηνές φρίκης των πτωμάτων στα πέλαγα ή στα φορτηγά. Ή της κατάληξης σε ένα πορνείο ή στη ζητιανιά σε κάποια μεγάλη λεωφόρο της Δύσης. Η απληστία κάποιων λίγων τα γεννάει όλα αυτά και εκείνοι που την πληρώνουν τελικά είναι οι φτωχότεροι και περισσότερο εξαθλιωμένοι.
Ποια είναι η λέξη-κλειδί στη σημερινή Ελλάδα;
Μεγάλωσα σε μια φτωχική οικογένεια σε ένα χωριό του Διδυμότειχου. Η γνώση της φτώχιας σε ένα τέτοιο περιβάλλον, δίνει τον ορισμό του πιο δόκιμου όρου για αυτό που ζούμε σήμερα. Η επιβίωση είναι αυτό που απασχολεί σχεδόν τους πάντες σήμερα.
καρυοφιλλιά καραμπέτη
Έχετε μετανιώσει για κάποιες επιλογές στην καριέρα σας;
Όχι. Γιατί πάντα με ενδιέφερε το καλλιτεχνικό κομμάτι και όχι το ζήτημα της εμπορικότητας, των χρημάτων ή της φήμης. Για τους λόγους αυτούς απείχα από ένα σύστημα που προωθεί κακές ή μέτριες δουλειές για χάρη του εύκολου χρήματος. Και έχω πληρώσει ακριβά αυτή την επιλογή μου. Κάποια στιγμή μάλιστα αναγκάστηκα να ζήσω με δανεικά.
Νιώσατε ποτέ να απειλείστε από αυτό το σύστημα;
Ποτέ. Άλλωστε είναι άλλος κόσμος για μένα. Το life style, η κακή τηλεόραση ποτέ δεν με ενδιέφεραν. Προτάσεις είχα πάντα αλλά αρνιόμουν εκτός αν έβρισκα κάτι αληθινά σπουδαία που να με συγκινήσει. Όπως στην τηλεόραση τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά». Η τελευταία καλή τηλεοπτική σειρά ήταν το «Νησί». Τώρα, όλα αυτά τέλειωσαν.
Ξεχωρίζετε εύκολα το καλλιτεχνικό από το δήθεν;
Αν και ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος, το καταλαβαίνεις. Από το σενάριο ή το κείμενο. Από τους ανθρώπους που σου κάνουν την πρόταση, τι παρελθόν έχουν, ποια έργα έχουν ανεβάσει στη σκηνή κ.α. Με τα χρόνια αποκτάς την εμπειρία να ξέρεις που κινείσαι πλέον και να ερμηνεύεις σωστά κάποια σημάδια.
Μπορείτε να διαπιστώσετε αν μια ερμηνεία είναι σπουδαία ή όχι;
Βέβαια. Μετά από τόσα χρόνια στο θέατρο διαθέτω τα κατάλληλα εργαλεία για να καταλάβω το σωστό από το λάθος. Όχι μόνο στις ερμηνείες των συναδέλφων αλλά και στις δικές μου.
Οι κριτικοί τα εντοπίζουν;
Συνήθως ναι. Άλλωστε αυτή είναι η δουλειά τους. Ασχέτως αν ορισμένοι ασκούν το επάγγελμα αυτό χωρίς να έχουν τα προσόντα. Παλιότερα διάβαζα κριτικές και τις έπαιρνα υπόψη μου. Με τα χρόνια διαπίστωσα ότι οι «κακές κριτικές» πουλάνε. Αυτές διαβάζει ο κόσμος. Πλέον δεν ασχολούμαι. Όταν πέσει κάποια στα χέρια μου αντιλαμβάνομαι αν είναι καλοπροαίρετος ή όχι ο κριτικός που γράφει κάτι αρνητικό. Πάντως αναζητώ την καλοπροαίρετη αρνητική κριτική γιατί με βοηθάει. Θέλω να βελτιώνομαι ως καλλιτέχνης κι αν έχω αμφιβολίες για μια ερμηνεία μου θα ήθελα να διαβάσω μια άποψη που θα με βοηθήσει.  

                                         

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

Θέατρο από κρατούμενους για κρατούμενους στον Κορυδαλλό "Τεχνοδρομώ"


                      




Με στόχο να φτάσει η τέχνη του θεάτρου δίπλα στις αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες και να τους παράσχει ελπίδα και αλληλεγγύη, το Τεχνοδρομώ πάει φυλακή και στήνει μία συγκινητική παράσταση από κρατούμενους για κρατούμενος. Θεατρική σκηνή το νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού, Άγιος Παύλος και έργο «Το βασιλικό κυνήγι του ήλιου». Πρόκειται για μία δράση που καταδεικνύει ότι η δύναμη της επικοινωνίας εκφρασμένη μέσω της κοινής για όλους γλώσσας του θεάτρου δεν εμποδίζεται από οποιαδήποτε νοητά ή πραγματικά κάγκελα...
«Το βασιλικό κυνήγι του ήλιου» του Πήτερ Σάφφερ είναι το δεύτερο εγχείρημα της ιδιαίτερης αυτής θεατρικής ομάδας, που δεν επιχειρεί να κάνει μία παράσταση που να μιμείται το επαγγελματικό θέατρο, αλλά στα αλήθεια να ενώσει δύο κόσμους: αυτόν μπροστά κι αυτόν πίσω από τα κάγκελα. «Σκηνοθέτης» της δράσης το Τεχνοδρομώ, ένας οργανισμός μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που δημιουργήθηκε με σκοπό την επαφή όλων μας με ευαίσθητες ομάδες της κοινωνίας, μέσω της τέχνης.
Το Τεχνοδρομώ με τις δράσεις του επιχειρεί κάθε φορά να συνδέσει στην θεατρική πράξη άτομα από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, κάνοντας τους ίδιους δρώντα πρόσωπα. Κοινή πεποίθηση των ανθρώπων πίσω από τη δράση του, το ότι η θεατρική πράξη σαν διαδικασία ενεργοποιεί τον ανθρώπινο ψυχισμό και λειτουργεί λυτρωτικά.
Η ιστορία αυτή ξεκινάει τον Ιούνιο του 2012, στο Νοσοκομείο «Άγιος Παύλος» των φυλακών του Κορυδαλλού, στην πτέρυγα των οροθετικών, όπου το Τεχνοδρομώ δημιουργεί μια θεατρική ομάδα, που δύο χρόνια μετά καταφέρνει να συνθέσει το πρώτο έργο της, το «-Κ-». Το «-Κ-» ξεκινάει ως μια χειρονομία αποδαιμονοποίησης της οροθετικότητας, που ως παράγοντας τους αποκόπτει από το σύνολο των άλλων κρατουμένων της φυλακής. Στόχος να τους αφαιρέσει αυτόν τον επί πλέον στιγματισμό τους, όντας ήδη βεβαρημένοι από τον  στιγματισμό που φέρουν ως φυλακισμένοι.
Η  αρχική ιδέα για μια παράσταση που θα βασίζεται στους ίδιους τους κρατούμενους και τα βιώματά τους  φαίνεται εφικτή και γίνεται πράξη με τη συμμετοχή του Τσιμάρα Τζανάτου, ο οποίος αναλαμβάνει τη συγγραφή ενός έργου πάνω στο βιωματικό υλικό, που έχει προκύψει από τα δύο αυτά χρόνια επαφής.  Μέσα από τα κοινά στοιχεία των προσωπικών ιστοριών των συμμετεχόντων, ο συγγραφέας καταφέρνει να αποφορτιστεί η πραγματικότητα από τις φοβίες που την επικαλύπτουν.
Μετά την πρώτη της επιτυχημένη προσπάθεια, η ομάδα ξαναχτυπά με μία θεατρική παράσταση από τους ίδιους τους φυλακισμένους και πάλι  εντός της φυλακής, βασισμένης στο έργο του Πήτερ Σάφφερ «Το βασιλικό κυνήγι του ήλιου». Ο Άγγλος Πήτερ Σάφφερ, ιδιαίτερα γνωστός και από τα έργα του «ϳΈκβους» και «Αμαντέους», έγραψε το «Βασιλικό Κυνήγι του Ήλιου» το 1964 για να μιλήσει, μέσω της  σύγκρουσης δυο κόσμων και δυο πολιτισμών, για το αίσθημα της ανεξαρτησίας της ανθρώπινης ύπαρξης και την ανάγκη για ελευθερία, ανεξαρτήτως εποχής και συνθηκών.
Όπως στο «-Κ-» ο κόσμος της φυλακής ερχόταν αντιμέτωπος με τον κόσμο της κοινωνίας, στο «Βασιλικό Κυνήγι του Ήλιου», ο κόσμος των Ίνκας έρχεται αντιμέτωπος με τον κόσμο των Ισπανών κατακτητών σε ένα έργο που, πενήντα σχεδόν χρόνια μετά, διατηρεί ακόμα τη δύναμη των εννοιών που διαπραγματεύεται. H ομάδα των κρατουμένων, αυτή τη φορά έχοντας επεξεργαστεί και συνδεθεί με τον πυρήνα του Εγώ της, έρχεται με έναν ιστορικό μύθο να δει τον εαυτό της σαν Άλλον. Δεν μιλάει πια μέσω των δικών της ιστοριών γι’ αυτήν την ίδια, αλλά καθρεφτίζεται στις ιστορίες κάποιων άλλων ψάχνοντας την κοινωνική της ταυτότητα. Πως; Με τον παιγνιώδη τρόπο των παραμυθιών, μιλάει για το «Βασιλικό Κυνήγι των Αξιών» του πολιτισμού που μας γέννησε και αναρωτιέται αν βρίσκεται εν τέλει στο «σωστό» Ηλιακό Σύστημα.

Οι κρατούμενοι ηθοποιοί μιλούν για την εμπειρία
«Αν το θέατρο είναι αποκάλυψη, διαφυγή, όνειρο στη ζωή, τότε τι είναι, πώς λειτουργεί στη φυλακή; Υποκαθιστά, αντικαθιστά, αναπληρώνει τη ζωή που δεν ζεις. Είναι τροφή, ελπίδα, φαντασία. Κατά πόσο το «Βασιλικό κυνήγι του ήλιου», ένα αντισυμβατικό έργο που ανατρέπει καταστάσεις, μας αναγκάζει να σκεφτούμε, μας προβληματίζει, μας απελευθερώνει; Αυτό είναι το θέατρο για μένα. Αυτό είναι και το «Βασιλικό κυνήγι του ήλιου». – Σταύρος
«Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην ομάδα του θεάτρου και τους υπευθύνους της που με δέχτηκαν, κι έτσι οι μέρες μου έχουν γεμίσει με λίγη χαρά και κοινωνικότητα. Τα συναισθήματα που μου βγάζει ―και τα οποία είναι πάρα πολλά και δεν θα τ’αναφέρω―, βγαίνουν μόνο σε αυτό το δίωρο. Μακάρι να ήταν περισσότερες οι ώρες. Όσον αφορά το έργο, είναι πολύ ενδιαφέρον  και βασίζεται σε αληθινή ιστορία την οποία ξέρουμε όλοι. Δώστε μας ρόλους και πάρτε μας την ψυχή! Τελικά οι Ισπανοί εκείνοι ήταν πολύ καθάρματα... Ευχαριστώ τους πάντες!» -Πάνος
«Στον ατελείωτο χρόνο αναμονής και σιωπής που βιώνουμε στην κράτησή μας, έχουμε μία δυνατότητα διαφυγής. Τη διαφυγή του μυαλού και του εαυτού μας μέσα από κάτι που μπορούμε να ταυτιστούμε έστω και για λίγο. Αυτό μας το προσφέρει το θέατρο ― και  για την παρούσα κατάσταση είναι κάτι μοναδικό!» - Άρης
«Είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό σε εμένα. Δεν έχω ξαναπάρει μέρος στο θέατρο. Και πόσο περισσότερο στην φυλακή. Είναι κάτι πρωτότυπο για μένα και με ευχαριστεί. Μου δίνει χρόνο στον οποίο ξεφεύγω από της φυλακής τα δρώμενα και ελπίζω να μη σταματήσει. Να υπάρξουν κι άλλες παραστάσεις που θα μπορούσα να πάρω μέρος. Να μη σταματήσει εδώ.» Βασίλης
«Είναι η δεύτερη φορά που συμμετέχω στο θέατρο. Η πρώτη ήταν παντομίμα. Είναι κάτι το ωραίο που περνάω μέσα στη φυλακή. Είναι μια νέα εμπειρία για μένα. Μαθαίνω πράγματα, καινούργια πράγματα ― και μου αρέσει.» - Κώστας
«Πολλή ωραία εμπειρία. Είναι κάτι πρωτόγνωρο για μένα και μέσα απ αυτό ένιωσα διάφορα συναισθήματα. Μου αρέσει θα ήθελα να το ξανακάνω.» - Παύλος
«Το θέατρο είναι το μέσον που με βοηθάει να αποστασιοποιούμαι από τον εαυτό μου. Θεωρώ ότι κάθε άνθρωπος θα έπρεπε να παίξει σε μια παράσταση έστω μια μία φορά στη ζωή του.» - Χόρχε
«Μου αρέσει το θέατρο και ο ρόλος που παίζω είναι πολύ ωραίος. Σαν πρώτη φορά που το κάνω είναι καλή εμπειρία για μένα.» - Φάνης
«Με το θέατρο μπορώ να ξεφεύγω έστω και λίγο από την καθημερινότητα της φυλακής. Βγαίνω από τα προβλήματα και τις σκέψεις μου και λίγο παύω να νιώθω το εγώ μου. Αυτό με ανακουφίζει!» - Άϊμο
«Περνάω πολύ καλά με την ομάδα.» - Ιμάντ
Οι συντελεστές
Θεατρική ομάδα: Σταύρος, Πάνος, Άρης, Βασίλης, Κώστας, Παύλος Χόρχε, Φάνης, Άϊμο, Ιμάντ.
Οργάνωση – συντονισμός: Γιάννης Νικολόπουλος
Διδασκαλία ομάδας- σκηνοθετική επιμέλεια: Άννα Χατζηχρήστου
Επιμέλεια κίνησης: Δέσποινα Χατζηπαυλίδου
Εικαστική επιμέλεια: Έρρικα Αλαμάνου
Επιμέλεια φωτισμών: Κωστής Παπαναστασάτος
Επιμέλεια βίντεο: Ηλίας Φλωράκης
Εκμαγεία: Λένα Δελαβία
Επιμέλεια ήχου: Γιώργος – Πλάτωνας Περλέρος
Μουσικές επιλογές: Αννα Χατζηχρήστου
Γενικών καθηκόντων: Αναστασία  Παπαπαύλου
Γραφιστική επιμέλεια: Αναστασία Παπαπαύλου
Ειδική συμβολή: Τσιμάρας Τζανάτος

Το Τεχνοδρομώ παράλληλα σχεδιάζει και υλοποιεί δράσεις σε ξενώνες ασυνόδευτων ανήλικων αλλά και σε φεστιβάλ στηρίζοντας μεταναστευτικές και άλλες ευάλωτες ομάδες. Τέλος, στηρίζυν επί 4 χρόνια τώρα με μαθήματα την θεατρική ομάδα του Φάρου Τυφλών Ελλάδος.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Ο Μάνος Χατζιδάκις για το ρεμπέτικο : EΡΜΗΝEΙΑ ΚΑΙ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ (PEΜΠΕΤIKΟ)


rebetiko manos chatzidakis




Σαν σήμερα, στις 31 Ιανουαρίου 1949 ο Μάνος Χατζηδάκις έκανε τη γνωστή του ομιλία για το ρεμπέτικο τραγούδι στο «Θέατρο Τέχνης». Δημοσιεύουμε ολόκληρη την ομιλία του:

Θα ήθελα προκαταβολικά να σας πληροφορήσω, πως μ’ όλη μου την καλή διάθεση, δεν είμαι σε θέση να πω, ούτε καινούργια πράγματα, ούτε κι όσα μιλήσω απόψε να τα δώσω με σοφία. Θα προσπαθήσω όμως κι όσο μπορώ πιο καλά, να σας μεταδώσω αυτό που με κάνει να ζω και να βλέπω την αξία του μέχρι σήμερα περιφερόμενου λαϊκού σκοπού της πόλης.
Τώρα αν τούτη η πανηγυριώτικη ομιλία για το ρεμπέτικο, γινόταν πριν δυο χρόνια, ίσως να ΄χε κάπως διαφορετικό χαρακτήρα, δηλαδή να ΄ταν, πιο μεροληπτική –μπορούμε να πούμε – και συγχρόνως πιο ενθουσιαστική για το θησαυρό που κλείνουν οι ρυθμοί του ζεϊμπέκικου και του χασάπικου. Δεν θα μπορούσαμε ίσως να ξεφύγουμε από τη γοητεία του γυαλένιου ήχου ενός μπουζουκιού για να κοιτάξουμε το θέμα μας στη ρίζα του κι ακόμη να μείνουμε όσο χρειάζεται ψυχροί κι αντικειμενικοί για μια τέτοια δουλειά.
Αυτό -θα πείτε- μπορεί να γίνει σήμερα; Είναι κάτι που δεν μπορώ να προεξοφλήσω με βεβαιότητα. Όσο νά ΄ναι όμως, η μεγάλη διάδοση που πήρε τα δύο τελευταία χρόνια το ρεμπέτικο, μας αφήνει περιθώριο για μια τέτοια, επικίνδυνα πρώιμη, ομολογώ εργασία.
Το ρεμπέτικο, κι αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο, έχει πια επιβάλλει τη δύναμή του, λίγο-πολύ σ΄ όλους μας, είτε θετικά, είτε αρνητικά, είτε δηλαδή γιατί το παραδεχόμαστε, είτε όχι, ενώ συγχρόνως βλέπουμε να έχει δημιουργηθεί γύρω του μια επιπόλαιη κατάσταση μόδας, που μας κάνει ν’ αντιδρούμε δικαιολογημένα σ’ αυτήν και ν’ αμφιβάλουμε για τη μελλοντική και ποιοτική εξέλιξη του είδους. (Εδώ πέρα βέβαια παίρνω σαν δεδομένο την ποιοτική του αξία). Και στον τόπο μας καθώς κι έξω, όλα περνούν απ’ αυτήν την περίοδο που ονομάζουμε μόδα. Μήπως απέφυγε κάτι τέτοιο το δημοτικό μας τραγούδι πριν 50 χρόνια, σαν φούντωνε το κίνημα των δημοτικιστών; Κι ακόμη πριν δύο χρόνια, το ίδιο δεν είχε συμβεί με τις λαϊκές εικαστικές τέχνες, όπου ο Θεόφιλος και ο Παναγής Ζωγράφος προβάλλονται στο ίδιο πλάνο με τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα;
Ποιος μπορεί να σταματήσει μια τέτοια κατάσταση, κι ακόμη ποιος μπορεί να μην παραδεχτεί ίσως την αναγκαιότητα αυτήν της περιόδου μόδας -ας την πούμε- ωσότου τα πράγματα κατασταλάξουν κι έλθουν στη φυσική τους θέση; Το ίδιο πρέπει -νομίζω- να περιμένουμε και με τα ρεμπέτικα. Γιατί θά ΄ναι κάπως ανόητο αν νομίσουμε, ότι ο χασάπικος μπορεί ή πάει ν΄αντικαταστήσει το ταγκό. Οι λαϊκοί τούτοι ρυθμοί έχουν κάτι πολύ, περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται για να καλυφθούν οι βραδινές μας διασκεδαστικές ώρες – άσχετα αν αυτός ο χαρακτήρας επιβάλλεται κι επικρατεί στις λαϊκές τάξεις.
Ύστερα για μας θά ΄ναι μεγάλο ψέμα αν ισχυρισθούμε ότι είναι δυνατόν να εκδηλωθούμε μ’ αυτούς τους τόσο γυμνούς κι απέριττους ρυθμούς. Κάτι τέτοιο μόνο για αυτούς, που με κρασί ή με άλλα μέσα, στέλνουν στο διάβολο – που λεν- κάθε κοινωνικό φραγμό και κάθε σύμβαση, έστω και για μια ώρα. Παρατηρώντας όμως μια ιδιότητα αυτών των ρυθμών, ήδη δημιουργείται μέσα μας ένας θαυμασμός για τη δύναμη που περιέχουν και που μας κινεί το ενδιαφέρον να γνωρίσουμε από κοντά τούτη τη δύναμη που από ΄δω και πέρα λες και σαν μαγεία μας φέρνει σ΄ άμεση επαφή με το μελωδικό της στοιχείο. Αυτά όμως όλα κουράζουν σαν δεν τα δεις έξω απ΄ την καθημερινότητά τους. Κάθε απόπειρα που θα κινήσει να φέρει το ρεμπέτικο τραγούδι σε καθημερινή χρήση, και επιπόλαια και καταδικασμένη είναι. Αλλά το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την άλλη μουσική, αυτήν που ονομάζουμε σοβαρή; Μπορεί κανείς να φανταστεί ποτές, πως μια βραδιά κεφιού του, είναι δυνατόν να την καλύψει με την Σονάτα 110 του Mπετόβεν; (Δικαιολογημένα τώρα ίσως να σας γεννηθεί απορία για τη σχέση που μπορεί να έχει το ρεμπέτικο με τον Μπετόβεν. Παρ΄ όλο που και αργότερα θα επανέλθω σε παρόμοιους παραλληλισμούς σας προειδοποιώ πως δεν υπάρχει απολύτως καμία σχέση).
Λοιπόν δεν νομίζω, πως ο σνομπισμός αυτός γύρω από το ρεμπέτικο τραγούδι είναι δυνατό να μας σταθεί εμπόδιο, για να κοιτάξουμε προσεκτικά την αξία του και ν΄αγαπήσουμε την αλήθεια και τη δύναμη που περιέχει. Αυτά τα τραγούδια είναι τόσο κοντινά σε μας και σε τέτοιο σημείο δικά μας, που δεν έχoμε νομίζω σήμερα τίποτ΄ άλλο για να ισχυριστούμε το ίδιο.
Μα πριν μπούμε σ΄ ένα αναλυτικότερο κοίταγμα του είδους αυτών των τραγουδιών, ας επιστρέψουμε για χατίρι μου σε μια κοντινή μα περασμένη πια εποχή και να δούμε μαζί εξελικτικά όλη την ποιητική ατμόσφαιρα, που συνθέτουν και δημιουργούν τα ρεμπέτικα, μέσα στην αυστηρή και δικιά τους περιοχή.
Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε μ΄ ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται -λες- μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ΄αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού «Θα πάω εκεί στην αραπιά». Μάταια προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της «διάθεσης φυγής» – καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών. Του λόγου μου -κάπως δικαιολογημένα βλέπετε με τη μικρή μου τότες ηλικία- του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια. Αυτός όμως επέμενε τονίζοντας την κάθε λέξη του σύμφωνα με το ρυθμό «Θα πάω εκεί στην αραπιά», θέλοντας ίσως να μου δώσει και μια ρυθμική επαλήθευση των όσων έλεγε πάνω στο τραγούδι.
Αργότερα ο ίδιος φίλος, στον ίδιο δρόμο, μου μιλούσε για κάτι καινούργιο. Μα τώρα ήταν καλοκαίρι και η άσφαλτος μύριζε. Το ίδιο σκοτάδι, μα η κάψα έλιωνε τις φωνές και τις έφτιαχνε μόνιμους ίσκιους στα σπίτια. Υπήρχε γύρω μας κάτι ρευστό. Μια καινούργια ρεμπέτικη κραυγή -καινούργια για μένα βέβαια- κυλούσε μ’ ένταση ανάμεσα στα στενά και βρώμικα πεζοδρόμια του Πειραιά και της Αθήνας. Ακούγαμε την πρώτη στροφή που έλεγε «Κουράστηκα για να σ΄ αποκτήσω αρχόντισσά μου μάγισσα τρανή». Κι ο φίλος μου εξηγούσε θίγοντας όλο τον ανικανοποίητο ερωτισμό που έπνιγε την ατμόσφαιρα. Ακόμα, προσπαθούσε να μου εξηγήσει το τραγικό στοιχείο του τραγουδιού που ερχόταν αντιμέτωπο σε μια εποχή που μόνο συνθήματα κυκλοφορούσαν τρέχοντας. Αργότερα πολύ, θά ΄βλεπα πόσην αλήθεια είχαν τα λόγια του, γιατί τότες ακόμη έπαιζα με τις πραγματικές αξίες ανυποψίαστος.
Περνούν μερικά χρόνια, πού η πυκνότητα της έντασης που περιείχαν τα έκαμε απέραντα. Πολλά συνέβησαν και συμβαίνουν στο μεταξύ. Έρχεται η απελευθέρωση και τινάζομε από πάνω μας τους Γερμανούς με την κατοχή τους. Παράλληλα η γενιά μου μεγαλώνει κατά πολλά χρόνια, έχοντας ξωπίσω της μια πολύ ισχυρή δοκιμασία. Και το ρεμπέτικο, αφού παίζει με πολύ και πηγαίο χιούμορ, σε ορισμένα διαλείμματα, γύρω από δραματικές περιπτώσεις μπαίνει με μεγαλύτερο άγχος μες στα βασικά και μεγάλα του θέματα: του έρωτα και της φυγής.
Ένας ανικανοποίητος έρωτας που ξεκινάει από την πιο κυνική στάση και φτάνει με μια πρωτόγονη ένταση μέχρι τα πλατειά χριστιανικά όρια της αγάπης και μια φυγή που επιβάλλεται νοσηρά -θά ΄λεγα- από αδυναμία, μια που οι συνθήκες παραμένουν το ίδιο σκληρές σα μέταλλο στον άνθρωπο που κινάει για ν΄ αγαπήσει μ’ όλη του τη δύναμη κι όσο μπορεί περισσότερο.
Αυτή παραμένει βασικά η θεματολογία του ρεμπέτικου μέχρι τα σήμερα. Κι όσο αφελείς κι αν μας φαίνονται οι καταστάσεις αυτές καθ΄ εαυτές, δεν μπορούμε να αρνηθούμε στους εαυτούς μας τουλάχιστον, πως ο νοσηρός ερωτισμός που σκορπίζεται απ΄ τους ήχους ενός μακρόσυρτου ζεϊμπέκικου, δεν κυκλοφορεί κι ανάμεσά μας έστω και με διάφορα πολύπλοκα σχήματα, έστω ακόμα κι αν ξεκινάει από χίλιες διάφορες αιτίες.
Κι ερχόμαστε σε μια από τις πιο βασικές κατηγορίες που προβάλλουν «οι υγιείς ηθικολόγοι» για το ρεμπέτικο. «Είναι αρρωστημένο» λεν μ’ αυστηρότητα, «ενώ το δημοτικό τραγούδι, γεμάτο υγεία και λεβεντιά» και κινούν το κεφάλι με σημασία, ενώ είμαι βέβαιος πως το δημοτικό μας τραγούδι τους είναι το ίδιο οχληρό όπως και το ρεμπέτικο, με τη διαφορά πως δεν τολμούν να ομολογήσουν ότι δεν τους αρέσει. Είναι σαν να βγουν και να πουν ότι δεν τους αρέσει ο Σαίξπηρ -για παράδειγμα- ή κάτι παρόμοιο. Ανέχονται το δημοτικό όχι όμως και το ρεμπέτικο. Το τελευταίο είναι κάτι που κυκλοφορεί ανάμεσά τους και μπορούν να το πετάξουν -έτσι φαντάζονται- επειδή δεν έχει κρεμαστεί ακόμη με χρυσές κορνίζες. Ίσως ξεχνάν ότι τα χρόνια μας δεν έχουν τίποτε κοινό με τα χρόνια της κλεφτουριάς, άσχετα αν οι ηρωικές πράξεις του στρατού μας τοποθετούνται δίκαια από την ιστορία πλάι στους Καραϊσκάκηδες και τους Κολοκοτρωναίους. Οι κύριοι αυτοί αγνοούν την εποχή μας καθώς και το ότι ένα λαϊκό τραγούδι καθρεφτίζει με μοναδική ένταση όχι μόνο μια τάξη ή μια κατηγορία ανθρώπων μα τις επιδράσεις μιας ολάκερης εποχής σε μια φυλή, σ΄ ένα έθνος μαζί με τις διαμορφωμένες τοπικές συνθήκες.
Η εποχή μας δεν είναι ούτε ηρωική ούτε επική και το τελείωμα του Δεύτερου παγκοσμίου πολέμου άφησε σχεδόν όλα τα προβλήματα άλυτα και μετέωρα. Τα μετέωρα αυτά προβλήματα δημιουργούν περιφερόμενα ερωτηματικά που δεν περιορίζονται φυσικά μόνο στον τομέα της πολιτικής και της κοινωνιολογίας μα εξαπλώνονται με την ίδια δύναμη και στη φιλοσοφία και την τέχνη, ακόμη και στην πιο καθημερινή στιγμή τ΄ ανθρώπου. Ο τόπος μας επιπλέον εξακολουθεί, σχεδόν δίχως διακοπή, ένα πόλεμο με επιμονή και με πίστη για την τελική νίκη, μα πάντα και ιδιαίτερα σήμερα, κοπιαστικό και οδυνηρό. Σκεφθείτε τώρα κάτω απ΄ αυτές τις αδυσώπητες συνθήκες την παρθενική ψυχικότητα του λαού μας – παρθενική, γιατί τα εκατό χρόνια μόνον ελεύθερης ζωής δεν ήσαν ικανά ούτε να την ωριμάσουν ούτε και ν΄ αφήσουν περιθώριο για να ριζωθούν τα τελευταία ευρωπαϊκά ρεύματα.
Φανταστείτε λοιπόν αυτή τη στοιβαγμένη ζωτικότητα και ωραιότητα συνάμα ενός λαού σαν του δικού μας, να ζητά διέξοδο, έκφραση, επαφή με τον έξω κόσμο και να αντιμετωπίζει όλα αυτά που αναφέραμε πιο πάνω σαν κύρια γνωρίσματα της εποχής, κι ακόμη τις ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες του τόπου μας. Η ζωτικότητα καίγεται, η ψυχικότητα αρρωσταίνει, η ωραιότητα παραμένει. Αυτό είναι το ρεμπέτικο. Κι από ΄δω πηγάζει η θεματολογία του.
Eπαναλαμβάνω – ένας ανικανοποίητος μα έντονος ερωτισμός που ακριβώς η ένταση του αυτή του προσδίδει έναν πανανθρώπινο χαρακτήρα και μια επιτακτική διάθεση φυγής από την πραγματικότητα με οιονδήποτε τεχνικόν μέσον, όπως είναι το χασίσι και τ΄ άλλα ναρκωτικά, που η χρησιμοποίησή του δείχνει την παθητικότητα της τάξης που το μεταχειρίζεται.
Καταλαβαίνετε βέβαια τώρα πως το αρρωστημένο στοιχείο του σημερινού μας λαϊκού τραγουδιού, δεν έχει σαν αιτία ένα υπερβολικό ωρίμασμα ζωής – καθώς η μεσοπολεμική ντεκαντέντσα με κέντρο τη Γαλλία -και γι ΄αυτό δεν αποτελεί κάτι το σάπιο, μα προέρχεται καθαρά από μια στοιβαγμένη ζωική δύναμη που ασφυκτιά δίχως διέξοδο, δίχως επαφή, από μιαν υπερβολική υγεία- θά λεγε κανείς. Πάντως το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις είναι μια παρακμή. Σημαντική όμως η διαφορά ανάμεσά τους. Η μια κινά απ’ τη ζωή, η άλλη από το θάνατο.
Το να θέλει λοιπόν κανείς ν΄ αγνοήσει την πραγματικότητα και μάλιστα του τόπου του, μόνον κακό του κεφαλιού του μπορεί να κάμει. Τα χρόνια μας είναι δύσκολα και το λαϊκό μας τραγούδι, που δεν φτιάχνεται από ανθρώπους της φούγκας και του κοντραπούντο ώστε να νοιάζεται για εξυγιάνσεις και για πρόχειρα φτιασιδώματα υγείας τραγουδάει την αλήθεια και μόνον την αλήθεια.
Τώρα πολλοί μπορούν να πουν αυτά περίπου: «Καλά. Όσα είπες είναι σωστά και τα παραδεχόμαστε. Μα τι μας πείθει ότι το ρεμπέτικο είναι η σημερινή μας λαϊκή έκφραση καθώς λες και που σαν τέτοια βέβαια πρέπει να συνδέεται με την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και του βυζαντινού μέλους, κι όχι ένα τραγούδι μιας ορισμένης κατηγορίας ανθρώπων που εκφράζει την προσωπικήν της κατάσταση;»
Το ερώτημα τούτο ασφαλώς σε πολλούς θα γεννηθεί, αν και προηγουμένως μίλησα όσο μπορούσα σαφέστερα, για την άμεση σχέση του ρεμπέτικου με το πλατύ μάλιστα σήμερα, και του τόπου και τhς εποχής μας. Aυτόματα επίσης καταρρέει και το επιχείρημα, ότι αποτελεί έκφραση προσωπικών καταστάσεων. Μένει λοιπόν να εξετάσουμε το ελληνικόν του είδος. Αν και κατά πόσον συνδέεται με τη λαϊκή μας παράδοση και ποια είναι τα στοιχεία που αντλεί απ΄ αυτήν.
Για να προχωρήσουμε και να μπορέσουμε να δούμε μαζί ό,τι συνδετικό στοιχείο υπάρχει, θα το εξετάσουμε από δυο ξεχωριστές πλευρές, πρώτα από τη μορφική του πλευρά κι ύστερα απ΄ το ύφος του.
Το ρεμπέτικο κατορθώνει με μια θαυμαστή ενότητα, να συνδυάζει το λόγο, τη μουσική και την κίνηση. Απ΄ τη σύνθεση μέχρι την εκτέλεση, μ’ ένστικτο δημιoυργούνται οι προϋποθέσεις για τnν τριπλή αυτή εκφραστική συνύπαρξη, που ορισμένες φορές σαν φτάνει τα όρια της τελειότητας θυμίζει μορφολογικά την αρχαία τραγωδία. Ο συνθέτης της μουσικής είναι συγχρόνως και ο ποιητής καθώς και ο εκτελεστής. Βασικά του όργανα είναι τα μπουζούκια -μεγάλο μαντολίνο τουρκικής μάλλον προελεύσεως- κι ο μπαγλαμάς -παραλλαγή της κρητικής λύρας και της συγγενικής νησιώτικης, πιο μικροσκοπικής απ΄ αυτήν και κρουστές με πέννα. Η σύνθεση του τραγουδιού βασίζεται βέβαια πάνω στη χορευτική κίνηση, με τρεις χαρακτηριστικούς ρυθμούς, τον ζεϊμπέκικο, τον χασάπικο και τον σέρβικο (ο τελευταίος έχει ολιγότερη χρήση).
Ο ζεϊμπέκικος σε ρυθμό 9/8 είναι ο βασικότερος ρυθμός της ρεμπέτικης μουσικής. Προήλθε ασφαλώς απ΄ τα χορευτικά 9/8 των Κυκλάδων και του Πόντου, πού εδώ όμως έχει χάσει ολότελα τη ρυθμική του αγωγή κι έχει γίνει αργός, βαρύς, μακρόσυρτός και περιεκτικότερος. Χορεύεται από έναν μόνο χορευτή και επιδέχεται αφάνταστη ποικιλία αυτοσχεδιασμού με μόνο δεδομένο την αίσθηση του ρυθμού. Ο καλός χορευτής στο ζεϊμπέκικο θα ΄ναι εκείνος που θα διαθέτει τη μεγαλύτερη φαντασία και την κατάλληλη πλαστικότητα ώστε να μην αφήσει ούτε μια νότα μπουζουκιού που να μην τη δώσει με μια αντίστοιχη κίνηση του σώματός του. Σα χορός είναι ο δυσκoλότερoς και ο δραματικότερος σε περιεχόμενο.
Ο χασάπικος βασίζεται πάνω στο ρυθμό 4/4 κι ο τρόπος που χορεύεται -δυο χορευτές συνήθως, αλλά και τρεις και τέσσερις πολλές φορές- έρχεται σα μια προέκταση του δημοτικού χορευτικού τρόπου, με μιά κάποια ευρωπαϊκή επίδραση. Δεν ξέρω γιατί, μα πολλές φορές μου θυμίζει -πολύ μακριά όμως- τη γαλλική java.
Ο σέρβικος που κι η ονομασία του δείχνει την προέλευσή του, είναι ένας γρήγορος ρυθμός και παρουσιάζει ελάχιστο ενδιαφέρoν κι αυτό απ’ τη μεριά της δεξιοτεχνίας και μόνο των εκτελεστών και του χορευτή. Χρησιμοποιείται πάρα πολύ λίγο· παραμένει μ’ ένα ματαιόδοξο περιεχόμενo να φαντάξει, μια που ικανοποιεί μόνoν το επιδεικτικό μέρoς των ποδιών κάποιου χορευτή.
Ο ζεϊμπέκικος είναι ο πιο καθαρός, συγχρόνως ελληνικός ρυθμός. Ο δε χασάπικος έχει αφομοιώσει μιά καθαρή ελληνική ιδιομορφία. Πάνω σ΄ αυτούς τους ρυθμούς χτίζεται το ρεμπέτικο τραγούδι, του οποίου παρατηρώντας τη μελωδική γραμμή, διακρίνομε καθαρά απάνω την επίδραση ή καλύτερα την προέκταση του βυζαντινού μέλους. Όχι μόνο εξετάζοντας τις κλίμακες που από το ένστιχτο των λαϊκών μουσικών διατηρούνται αναλλοίωτες, μ’ ακόμη, παρατηρώντας τις πτώσεις, τα διαστήματα και τον τρόπο εκτέλεσης. Όλα φανερώνουν την πηγή, πού δεν είναι άλλη απ΄ την αυστηρή κι απέριττη εκκλησιαστική υμνωδία. Όχι πως το δημοτικό τραγούδι δεν έχει κι αυτό στοιχεία διοχετευμένα στο ρεμπέτικο. Μα πολύ λιγότερα. H παρουσία του είναι έντονη, ιδιαίτερα στο ελαφρότερο είδος που περισσότερο το χαρακτηρίζει μιά χάρη και μιά νnσιώτικη ελαφράδα. Παράδειγμα φέρνω, αν θυμάστε, κάπως παλιότερα το «Πάρτη βάρκα στο λιμάνι – κάτω στο Πασαλιμάνι» καθώς και το γνωστότατο «Ανδρέα Zέππo». Και τα δυό έχουν πολύ έντονα πάνω τους τη σφραγίδα του δημοτικού μας τραγουδιού. Μα για να εξηγήσουμε τη βασική αυτή προέκταση του βυζαντινoύ μέλους στο ρεμπέτικο, αρκεί να δούμε πόσο κοινή ατμόσφαιρα δημιουργούσε η παρακμή του Βυζαντίου με τη δικιά μας σήμερα.
Ατμόσφαιρα το ίδιο καταπιεστική, το ίδιο ασαφής, άσχετα αν στα χρόνια εκείνα προερχόταν από ένα λαθεμένο ξόδεμα θρησκευτικού συναισθήματος. Έτσι τα εκφραστικά στοιχεία του έτoιμόρoπoυ Βυζαντίου με την άμεση παθητικότητά τους βρίσκουν οικεία ατμόσφαιρα μες στο ρεμπέτικο -το σύγχρονο λαϊκό μέλος- για ν’ αναπτυχθούν και να συνθέσουν τη σημερινή εκφραστική μορφή μιας το ίδιο έντονης παθnτικότητας.
 Το δημοτικό τραγούδι και τα υγιή του εκφραστικά στοιχεία έχουν τη θέση μόνον μιας πιο άμεσης κληρονομιάς. Για τα 80% της ρεμπέτικης μουσικής, τίποτες παραπάνω.
Εξετάζοντας τώρα το ύφος του τραγουδιού βρίσκομε ευθύς εξ΄ αρχής το βασικό εκείνο χαρακτήρα του συγκρατημένoυ, που μόνο επειδή είναι γνήσια ελληνικό, μπορεί και το κρατεί με τόση συνέπεια. Και στη μελωδία και στα λόγια και στο χορό, δεν υπάρχει κανένα ξέσπασμα, καμιά σπασμωδικότητα, καμιά νευρικότητα. Δεν υπάρχει πάθος. Υπάρχει ή ζωή με την πιο πλατειά έννοια. Όλα δίνονται λιτά, απέριττα με μιά εσωτερική δύναμη που πολλές φορές συγκλονίζει. Μήπως αυτό δεν είναι το κύριο και μεγάλο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή; Και ακόμα ολάκερο το λαμπρό μεγαλείο της αρχαίας τραγωδίας και όλων των αρχαίων μνημείων, δεν βασίζεται πάνω στην καθαρότητα, στη λιτή γραμμή και προπαντός στο απέραντο αυτό sostenuto που, προϋποθέτει δύναμη, συνείδηση και πραγματικό περιεχόμενo; Ποιά από τις καλές τέχνες στον τόπο μας σήμερα μπορεί να περηφανευτεί ότι κράτησε τη βασική αυτή ελληνικότητα -τη μοναδική άξια κληρoνoμιά που έχουμε πραγματικά στα χέρια μας- για τη σύνθεσή της. Ποιά μουσική μας μπορεί να ισχυριστεί σήμερα ότι βρίσκεται πέρα απ΄ το βυζαντινό μέλος, πέρα απ΄ το δnμοτικό τραγούδι και στη χειρότερη περίπτωσn πέρ’ απ΄τις σπασμένες αρχαίες κολώνες του Παρθενώνος και του Ερεχθείου, ότι βρίσκεται εκεί που όλα αυτά βρεθήκανε στην εποχή τους;
Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι γνήσια ελληνικό, μοναδικά ελληνικό.
Eπιτρέψατέ μου τώρα να σάς παρουσιάσω δυό από τους πιο γνήσιους και πιο δημοφιλείς εκπροσώπους της σύγχρονης έλλnνικης λαϊκής μουσικής· τον Μάρκο Bαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου με το συγκρότημά της. (Είσοδος)
Οι λαμπροί αυτοί μουσικοί στο είδος τους προσεφέρθηκαν ευγενώς να παίξουν απόψε πέντε χαρακτηριστικά ρεμπέτικα τραγούδια για ναμπορέσουμε έτσι να πάρουμε μια συγκεκριμένη ιδέα όλων αυτών που είπαμε πιο πάνω. Θ’ αρχίσουν μ’ ένα τραγούδι που έχει συνθέσει ο Μάρκος Bαμβακάρης πάνω στο ρυθμό του χασάπικου και με τον τίτλο «Φραγκοσυριανή κυρά μου» (τραγούδι).
Το δεύτερο τραγούδι που θα ακούσετε είναι πάλι σύνθεση του Μάρκου Βαμβακάρn σε ρυθμό ζεϊμπέκικου «Εγώ είμαι το θύμα σου» (τραγούδι).
Το τρίτο είναι σύνθεση της Σωτηρίας Μπέλλου (ζεϊμπέκικo) «Σταμάτησε μανούλα μου να δέρνεσαι για μένα». Από τα πιο χαρακτηριστικά στο είδος του. (τραγούδι)
Το τέταρτο, σύνθεση Tσιτσάνη, σε ρυθμό χασάπικου «Πάμε τσάρκα στο Μπαξέ τσιφλίκι».
Με την ευκαιρία τώρα που θ΄ ακούσουμε το γνωστότατο «Άνοιξε – άνοιξε» του Παπαϊωάννου θα ΄θελα να ΄λεγα λίγα λόγια για τη σημασία του και το σταθμό που φέρνει στη ρεμπέτικη φιλολογία του τραγουδιού, ζητώντας βέβαια πρώτα συγγνώμη απ΄ τους αγαπητούς μουσικούς για τη μικρή αυτή παρεμβολή.
Λίγο πριν απ΄ τον πόλεμο του ’40 ο Tσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά το «Αρχόντισσα μου μάγισσα τρανή- κουράστηκα για να σε αποκτήσω». Ήταν ένας μεγαλοφυής σχεδιασμός -μπορώ να πω- πάνω στο ερωτικό θέμα, που η δύναμή του και η αλήθεια του μας φέρνει κοντά στον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου και μετά από εκατοντάδες χρόνια κοντά στο «Ματωμέvο Γάμο» του Λόρκα. Η μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ. Αυτό το τραγούδι ορθώθηκε για να αντιμετωπίσει μια τυραννισμένη και δύσκολη εποχή και στάθηκε η πρώτη δυνατή φωνή μιας γενιάς.
Πριν δυό χρόνια ο ίδιος ο Τσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά πάλι αυτούς τους στίχους «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι – το σκοτάδι είναι βαθύ – κι όμως ένα παλικάρι δεν μπορεί να κοιμηθεί», ο ερωτισμός προχωράει και θίγει ακέραια το ανικανοποίητο, δίδοντας μια τόσο λεπτή μα τόσο έντονη αίσθηση μιας βαριάς ατμόσφαιρας, λες και προμηνούσε ένα άγχος, μια καταιγίδα. Φέτος -ο Παπαϊωάννου αυτή τη φορά- μας δίνει ολάκερο αυτό το άγχος με μια δυνατή κραυγή πια- η μοναδική μες στα ρεμπέτικα, και γι΄ αυτό τόσο αληθινή με το «Άνοιξε – άνοιξε». Δεν ξέρω, αλλά σ΄ αυτά τα τρία τραγούδια υπάρχει ένας συνδετικός κρίκος που δίνει ξεκάθαρα και μοναδικά το τραγικό στην ερωτική μας περιοχή. «Άνοιξε» (τραγούδι).
Θα μπορούσα ακόμα να μιλήσω για τις ταβέρνες και το κέντρον διασκεδάσεως «ο Μάριος» καθώς και για τον «Παναγάκη» κοντά στον Αϊ-Παντελεήμονα όπου κάθε βράδυ ο Bαμβακάρης και η Μπέλλου λειτουργούν πάνω στην τέχνη τους. Θα μπορούσα να μιλήσω και για βροχερές νύχτες όπου με λάμπες του πετρόλαδου φωτίζονταν οι σκιές ενός πλήθους που όλοι μαζί τραγουδούσαν ήρεμα, λες και πιστεύανε στην αιωνιότητα. Ακόμη θα μιλoύσα για το χορό του κομπολογιού όπου ένα παλικάρι μ΄ ένα γαρύφαλo στο στόμα γίνεται ένα μικρό κουβάρι γύρω απ΄ το κεχριμπαρένιο λαμπρό κομπολόι – θα μπορούσα να ΄λεγα τόσα πολλά που να μην έφταναν ώρες ολάκερες να μιλάω λες κι είμαι μoναχός μου.
Μα όλα αυτά είναι μια γοητεία.Ακούσατε με τι ψυχρότητα και αυστηρότητα ειπώθηκαν αυτά τα πέντε τραγούδια. Ο ρυθμός δεν ξέφυγε ούτε πιθαμή για να τονίσει κάτι πιο έντονα, οι φωνές ίσιες, μονοκόμματες λες και τα λόγια δεν είχαν συγκίνηση. Έτσι είναι. Τίποτες που να σε προκαλέσει να τα προσέξεις, να τα ξεχωρίσεις. Πρέπει να ξελαφρώσεις μέσα σου για να δεχτείς τη δύναμή τους. Αλλιώς τα χάνεις γιατί αυτά δεν σε περιμένουν.Έτσι κι εμείς.
Κάποτες θα κοπάσει η φασαρία γύρω τους κι αυτά θα συνεχίσουν ανενόχλητα το δρόμο τους. Ποιος ξέρει τι καινούργια ζωή μας επιφυλάσσουν τα «νωχελικά 9/8» για το μέλλον. Όμως εμείς θα ’χουμε πια για καλά νοιώσει στο μεταξύ τη δύναμή τους. Και θα τα βλέπουμε πολύ φυσικά και σωστά να υψώνoυν τη φωνή τους στον άμεσο περίγυρό μας και να ζουν πότε για να μας ερμηνεύουν και πότε για να μας συνειδητοποιούν το βαθύτερο εαυτό μας.

Μάνος Χατζιδάκις 

(Το κείμενο της διάλεξης βρέθηκε από τον Θάνο Φωσκαρίνη στο αρχείο του Φοίβου Ανωγειανάκη και της Έλλης Νικολαίδου)

                                                  

Πηγή manoshadjidakis.gr  

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Αυτά που έρχονται και πως τα αντιμετωπίζουμε




        

Ξανά λοιπόν μπροστά σε μια εκλογική αναμέτρηση, σαν τις τόσες που γίνονται εδώ και χρόνια.  Και κάθε επόμενη των εκλογών τα προβλήματα του λαού γίνονται περισσότερα, μεγαλύτερα και οξύτερα.  Και όπως και στις προηγούμενες έτσι και σ” αυτές τις εκλογές οι δυνάμεις που διεκδικούν την κυβερνητική εξουσία διατείνονται ότι έχουν τις λύσεις.
Από τη μια το μπλοκ των -παραδοσιακών- συστημικών δυνάμεων ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και η ακολουθία τους.  Δηλαδή οι δυνάμεις που οδήγησαν τον λαό και την χώρα στην σημερινή κατάσταση.  Από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ και οι υποστηριχτές του με τα εντός εκτός και επί τα αυτά.  Κι “ από κοντά κάποιες άλλες δυνάμεις που επιδιώκουν να πλασαριστούν στο πολιτικό παιχνίδι ενόψει πιθανών αναδιατάξεων, είτε για να αυτοσυντηρηθούν  περιχαρακωμένες στο ιδεολογικό τους «κάστρο».
Υπάρχουν εδώ ορισμένα ερωτήματα.
Οι δυνάμεις αυτές θέλουν πραγματικά ή και μπορούν να δώσουν ουσιαστικές απαντήσεις στο πρόβλημα;
Κι” αν δεν θέλουν ή δεν μπορούν τι είναι αυτό που πραγματικά επιδιώκουν;
Και το πλέον κρίσιμο των ερωτημάτων.
Απέναντι σ” αυτά που έρχονται με ποιόν τρόπο μπορούν να απαντήσουν οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες ποιόν δρόμο να ακολουθήσουν;
Πού βρίσκονται οι απαντήσεις
  • Η απάντηση όπως πάντα βρίσκεται στην συγκεκριμένη θεώρηση της συγκεκριμένης κατάστασης.  Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση που διαμορφώνεται αν δεν την γνωρίσουμε και δεν την  αναγνωρίσουμε στα πραγματικά της χαρακτηριστικά και χωρίς κανενός είδους αυταπάτες.
Πολύ περισσότερο που οι αυταπάτες αποτελούν το κυρίαρχο στοιχείο  των μηνυμάτων που εκπέμπονται από όλες τις πλευρές (και όχι μόνο προεκλογικά). Και όσον αφορά τις δυνάμεις του συστήματος αυτό αποτελεί βασικό και μόνιμο στοιχείο της πολιτικής τους.  Το πρόβλημα βρίσκεται στις υποτιθέμενες  αριστερές δυνάμεις.  Όσον αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ πολιτεύεται φαντασιωνόμενος  ότι βρίσκεται σε μια άλλη εποχή.
Παραπληρωματικά του ΣΥΡΙΖΑ και κάποιες «επαναστατικές» δυνάμεις συνωθούμενες εντός και πέριξ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιμένουν να ζουν στον δικό τους κόσμο.
Όσο για το ΚΚΕ από τη μια καμώνεται πως αντιμετωπίζει «σοβαρά» την κατάσταση και από την άλλη σαλπίζει «αντεπίθεση» εν κενώ (κοντεύει  εικοσαετία αυτό το βλακώδες σύνθημα) και ακριβώς για να μην αναλάβει τις ευθύνες του.
Η πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε
  • Μόνο που ο πραγματικός κόσμος είναι ένας και συγκεκριμένος και η οδυνηρή πραγματικότητα που βιώνουν οι λαοί δεν επιδέχεται ούτε συγκαλύψεις ούτε ωραιοποιήσεις ούτε αυταπάτες.
Σ” αυτή τη βάση το πρώτο που χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε εδώ είναι πως τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο λαός μας και συνολικά οι λαοί του κόσμου δεν μας ήρθαν από τον ουρανό.  Είναι συγκεκριμένες οι δυνάμεις που τα δημιουργούν για συγκεκριμένους λόγους και με συγκεκριμένους στόχους.  Αντίστοιχα είναι συγκεκριμένοι οι όροι και οι δρόμοι μέσα από του οποίους οι εργαζόμενες λαϊκές μάζες μπορούν να βρουν τις απαντήσεις και αυτούς οφείλουμε να αναζητήσουμε.
  • Αυτό που αντιμετωπίζουμε είναι η επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη. Είναι η εκστρατεία επανακατάκτησης – επαναποικιοποίησης   του κόσμου από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.  Είναι οι αιματηρές συνέπειες του οξυμένου ανταγωνισμού των ιμπεριαλισμών για το ξαναμοίρασμα του κόσμου.
- Ο στόχος του κεφαλαίου είναι να επιβάλει την απόλυτη κυριαρχία του στο κόσμο της δουλειάς, να τον υποτάξει πλήρως, να τον καταστήσει ανίκανο να αντιδράσει στις μεσαιωνικές σχέσεις εργασίας που προωθεί, στην συρρίκνωση των αμοιβών την κατάργηση δικαιωμάτων.  Ταυτόχρονα η επέχταση της επίθεσης σε μικρομεσαίους και μεσοστρώματα δείχνει-μαζί με τα προηγούμενα- το σχήμα κοινωνίας που θέλει να διαμορφώσει και να επιβάλει.  Εργατική τάξη υποταγμένη.  Συρρίκνωση μεσοστρωμάτων, ώστε να διατίθεται το πιο ευρύτερο πεδίο δράσης στο μεγάλο κεφάλαιο.  Ισχυροποίηση του «καθ” αυτού» κράτους ώστε απερίσπαστα απερίφραστα να χρησιμοποιείται σαν όργανο κυριαρχίας, ελέγχου και καταπίεσης των λαϊκών μαζών.
-Ο στόχος των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων είναι να επιβάλλουν τη λεγόμενη και Νέα Τάξη Πραγμάτων, δηλαδή την διαμόρφωση όρων απρόσκοπτης εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης των εξαρτημένων χωρών, των πηγών ενέργειας και πρώτων υλών, συνολικά των παραγωγικών οικονομικών τους δυνατοτήτων, την καταλήστευση του πλούτου τους.  Οι απειλές, οι πιέσεις, οι εκβιασμοί, αλλά και οι αιματηρές ένοπλες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, η συντριβή όσων χωρών “ δυστροπούν”, το κομμάτιασμα τους δείχνουν καθαρά τις προθέσεις τους, δείχνουν την μορφή του κόσμου που θέλουν να διαμορφώσουν.
  • Αυτή η επίθεση και αυτή η εκστρατεία προωθούνται από το σύνολο των κεφαλαιοκρατικών δυνάμεων στον κόσμο (όλων των χωρών) και από το σύνολο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και με κοινούς στόχους την εργατική τάξη και συνολικά τους λαούς.
- Ταυτόχρονα ανταγωνίζονται άγρια μεταξύ τους για την μοιρασιά της λείας με όλα τα μέσα και σε όλα τα πεδία.  Το οικονομικό, το πολιτικό, το στρατιωτικό, το στρατηγικό. Ιδιαίτερα επικίνδυνη εξέλιξη αποτελεί η προσπάθεια των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για την διαμόρφωση ζωνών  επιρροής και επικυριαρχίας.  Μια κατεύθυνση που ωθεί σε νέες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις που οδηγεί σε μορφές – εμμέσων για την ώρα – ενόπλων αναμετρήσεων ανάμεσα τους με συνέπεια πάντα το ματοκύλισμα και την καταστροφή των χωρών που τις υφίστανται.
Μια εξέλιξη που σε συνδυασμό με το πέρασμα του ανταγωνισμού και στο στρατηγικό πεδίο δημιουργεί τους μεγαλύτερους των κινδύνων συνολικά για την ανθρωπότητα.
-Η ανεργία, η φτώχεια, η εξαθλίωση εκατομμυρίων ανθρώπων, η επιβολή μεσαιωνικών εργασιακών σχέσεων, η καταλήστευση των αδύναμων χωρών, το ματοκύλισμα και η καταστροφή τους, τα εκατομμύρια των νεκρών, των σακατεμένων, των αρρώστων, των προσφύγων είναι έκφραση και αποτέλεσμα της επίθεσης των δυνάμεων του συστήματος ενάντια στο κόσμο της δουλειάς και συνολικά τους λαούς.
Αιτίες και όροι μιας εξέλιξης
  • Αυτή η εφιαλτική πραγματικότητα που τόσο οδυνηρά βιώνει ο κόσμος έχει τόσο τις αιτίες της όσο και τους όρους στη βάση των οποίων έγινε κατορθωτό να επιβληθούν.  Όσο για τις αιτίες αυτές δεν βρίσκονται πουθενά αλλού παρά στην ίδια την φύση τα χαρακτηριστικά και τις λειτουργίες του καπιταλιστικού -ιμπεριαλιστικού συστήματος.  Βρίσκονται μέσα στην ακόρεστη δίψα του κεφαλαίου για κέρδη. Γιγαντώνονται μέσα στην ακατάσχετη ροπή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για επέκταση και κυριαρχία.  Το κεφάλαιο γεννιέται μέσα από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, ζει μέσα από αυτή, αναπαράγεται και διαιωνίζει την ύπαρξη και την θέση του μέσα από την όλο και μεγαλύτερη ένταση αυτής της εκμετάλλευσης.  Ο ιμπεριαλισμός γεννιέται μέσα από την τάση του κεφαλαίου να επεκτείνει τον χώρο δράσης και κυριαρχίας του.  Πατάει πάνω στην οικονομική, την πολιτική και πάνω από όλα τη στρατιωτική υπεροχή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων την οποία και χρησιμοποιεί αδίστακτα και αιματηρά όπου χρειαστεί για να διαμορφώσει – κατοχυρώσει τους όρους και τον χώρο κυριαρχίας του.
  • Αν στα προηγούμενα βρίσκονται οι γενεσιουργές αιτίες, οι αφετηρίες της πολιτικής που προωθείται από τις δυνάμεις του συστήματος, οι μορφές, η έκταση, η ένταση με τις οποίες αναπτύσσονται συναρτώνται με συγκεκριμένες κάθε φορά συνθήκες, όρους και συσχετισμούς.  Στο ζήτημα αυτό οι «εξηγήσεις» που δίνονται από όλες σχεδόν τις πλευρές έχουν σαν στόχο – ή αποτέλεσμα- τόσο τη συγκάλυψη των πραγματικών αιτιών όσο των όρων στη βάση των οποίων έγινε κατορθωτή η προώθηση των στόχων του συστήματος σε αυτή την κλίμακα.
- Αν εξετάσει κανείς την εξέλιξη των πραγμάτων χωρίς σκοπιμότητες και ψευδαισθήσεις αυτό που θα δει είναι η άμεση συνάρτηση της έναρξης και κλιμάκωσης της επίθεσης του κεφαλαίου και της ιμπεριαλιστικής επιδρομής με την διαμόρφωση των ταξικών, κοινωνικών, πολιτικών και διεθνών συσχετισμών.  Αυτούς που διαμορφώνονται μέσα από την υποχώρηση, την ήττα του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος την παλινόρθωση στις σοσιαλιστικές χώρες και τελικά την διάλυση της Σ. Ε.  την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ.
Τα αναγκαία συμπεράσματα
- Αυτή η συσχέτιση οδηγεί σε ορισμένα συμπεράσματα καθόλου επιθυμητά στις δυνάμεις του συστήματος αλλά και σε όλους εκείνους που δεν διανοούνται να «ζήσουν» χωρίς τις αυταπάτες τους.
  • Πρώτο ότι δεν έχουν καμία απολύτως βάση τα όσα πλασάρονται από δεξιά και «αριστερά» πως πρόκειται για μια προσωρινή κατάσταση, για παροδικές δυσκολίες που μέλλεται να αντιμετωπιστούν και να ξεπεραστούν.  Οι δυνάμεις του συστήματος σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να παραιτηθούν με την θέληση τους από το πλεονέκτημα που τους δίνουν οι σημερινοί συσχετισμοί.  Αντίθετα θα συνεχίσουν να προωθούν τους στόχους τους επίμονα, σχεδιασμένα, συστηματικά και αδιάλλακτα.
  • Δεύτερο αποτελεί έκφραση της εναγωνίως αναζήτησης δρόμων ευκολίας των κάθε λογής οπορτουνιστών ότι αυτές οι κατευθύνσεις αποτελούν έκφραση της πολιτικής ορισμένων μόνο (νεοφιλελεύθερων)  δυνάμεων του συστήματος.  Αυτές οι τάσεις και κατευθύνσεις διαμορφώθηκαν, ισχυροποιήθηκαν και παγιώθηκαν μέσα από μια ολάκερη ιστορική διαδρομή.  Αποτελούν έκφραση της έκβασης  της ταξικής πάλης στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και της διαμόρφωσης των αντίστοιχων τάσεων και συσχετισμών σε όλα τα πεδία.  Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να αποκτήσουν πραγματική υπόσταση δυνάμεις στα πλαίσια του συστήματος που να θέλουν και να μπορούν να αναστρέψουν την πορεία των πραγμάτων.
  • Τρίτο και ιδιαίτερης πολιτικής σημασίας ότι αυτή η τροχιά των εξελίξεων δεν  μπορεί να αναστραφεί ή ανατραπεί παρά μόνο μέσα από μια δραστική διαφοροποίηση -αλλαγή ανατροπή των πραγματικών συσχετισμών.  Μια τέτοια αλλαγή συσχετισμών στις σημερινές συνθήκες και στην κλίμακα που απαιτείται δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα στα πλαίσια με όρους, μορφές και δρόμους που υπαγορεύει και ελέγχει το σύστημα, ούτε από δυνάμεις που αποδέχονται αυτούς τους όρους και κινούνται σε αυτό το πλαίσιο.  Αν ανατρέξουμε ξανά στην ιστορία αυτό που θα δούμε είναι ότι η είσοδος των λαϊκών μαζών στο προσκήνιο της ιστορίας, η αλλαγή των συσχετισμών προς όφελος  των εργατικών λαϊκών δυνάμεων υπήρξε σαν αποτέλεσμα μακρόχρονων σκληρών ταξικών αγώνων, συγκρούσεων και εξεγέρσεων που με μπροστάρη το Εργατικό Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα κορυφώθηκαν στην Οχτωβριανή Επανάσταση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην Ρωσία (Σ. Ε.).  Όσοι υποστηρίζουν ότι μπορούμε να παρακάμψουμε τις απαιτήσεις πού θέτει μια τέτοια αναγκαιότητα, ότι μπορούμε να «κόψουμε δρόμο» μέσα από φαεινές «έξυπνες» κινήσεις και τακτικούς ελιγμούς, δεν εκφράζουν παρά τις μικροαστικές τους προσδοκίες και αυταπάτες μια πολιτική ανακύκλωσης των διαθέσεων ενός κόσμου για λογαριασμό του συστήματος.
  • Τέταρτο, μια τέτοια ανατροπή δεν μπορεί να προωθηθεί παρά μόνο από δυνάμεις που κινούνται έξω και ενάντια στο σύστημα και αποφασισμένες να συγκρουστούν να αναμετρηθούν με αυτό.  Δυνάμεις σαν την εργατική τάξη και συνολικά τις εργαζόμενες λαϊκές μάζες.  Ταυτόχρονα, θα πρέπει να είναι ξεκαθαρισμένο ότι θεμελιώδης προϋπόθεση για να μπορέσουν οι εργατικές λαϊκές δυνάμεις να προωθήσουν έναν τέτοιο στόχο είναι η συγκρότησή τους σε κείνο το επίπεδο που θα τις καθιστά ικανές να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την επίθεση του συστήματος και τελικά να αναμετρηθούν νικηφόρα με αυτό.  Κρίσιμο και αποφασιστικό στοιχείο για μια τέτοια συγκρότηση αποτελεί η «εκ νέου» συγκρότηση του προλεταριάτου σε «τάξη για τον εαυτό της» και συνολικά η ανασύσταση-ανασυγκρότηση του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος.
  • Πέμπτο, η υλοποίηση αυτών των  στόχων και κατευθύνσεων δεν είναι ζήτημα κάποιου σχεδίου ή απλώς πολιτικών αποφάσεων αλλά πρώτα και πάνω από όλα ζήτημα πάλης.  Είναι ζήτημα καθημερινής αντίστασης και αγώνα σε όλα τα πεδία της ταξικής πάλης επειδή μόνο σε αυτά και μόνο μέσα από αυτά μπορούν να διαμορφωθούν οι όροι προώθησής τους.  Ταυτόχρονα απαραίτητη προϋπόθεση για να ανοίξει ένας τέτοιος δρόμος είναι η αντιμετώπιση των κάθε είδους ψευδαισθήσεων και αυταπατών είναι το να πεταχτεί στα σκουπίδια όλη η ρεφορμιστική οπορτουνιστική ιδεολογική πολιτική σαβούρα που έχει  σωρευτεί για δεκαετίες δημιουργώντας ένα πραγματικό βάλτο.  Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι δυνάμεις που θέλουν να υπηρετούν την εργατική τάξη και τον λαό που στοχεύουν στην ανατροπή αυτής της κατάστασης, που οραματίζονται μια άλλη κοινωνία, δεν έχουν άλλο δρόμο να ακολουθήσουν πέρα αυτού της επίμονης συνεχούς ασυμβίβαστης και αδιάλλακτης πάλης ενάντια στο σύστημα και στη βάση των απαιτήσεων που αυτή η πάλη θέτει.
Το ζήτημα στη χώρα μας
  • Αν τώρα εξετάσουμε αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας αυτό  που θα διαπιστώσουμε είναι ότι δεν αποτελούν παρά την εγχώρια έκφραση των όσων  αναφέρθηκαν και εννοείται με τις ελλαδικές τους ιδιαιτερότητες. Έτσι έχουμε την επίθεση στην εργατική τάξη της οποίας αποφασιστική προωθητική δύναμη αποτελεί και η κεφαλαιοκρατική αστική τάξη της χώρας μας.  Ταυτόχρονα και στα πλαίσια του καθεστώτος της εξάρτησης έχουμε την ιμπεριαλιστική επέμβαση που ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια εκδηλώνεται με τον πιο απροκάλυπτο και ωμό τρόπο σε όλα τα πεδία.  Έκφραση τους η ένταση της επίθεσης στον κόσμο της δουλειάς, στην αγροτιά, την νεολαία, η διεύρυνση της σε μικρομεσαίους και μεσοστρώματα.  Την παροχή όλων των προνομίων και διευκολύνσεων στο ντόπιο και ξένο κεφάλαιο, την παραχώρηση όλων των παραγωγικών δυνατοτήτων και συνολικά του δημόσιου πλούτου.  Την σύναψη συμφωνιών που διασφαλίζουν την διαρκεί καταλήστευση του λαού και της χώρας από το ιμπεριαλιστικό χρηματιστικό κεφάλαιο (της ¨αγορές¨).  Την ευθυγράμμιση σε κάθε είδους τυχοδιωκτικά σχέδια των ιμπεριαλιστών και συνολικά της παραρτημοποίησης  της οικονομικής βάσης και συνολικά της χώρας.  Η κεφαλαιοκρατική αστική τάξη της χώρας μας παρά  το ότι ορισμένες ρυθμίσεις προσδιορίζουν μορφές ελέγχου και προσδιορισμού ορίων της δράσης της ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις ιμπεριαλιστικές υπαγορεύσεις.  Ακριβώς επειδή με βάση τον κατά κύριο λόγο κομπραδόρικο μεταπρατικό χαρακτήρα της, ούτε θέλει ούτε μπορεί να δει άλλον δρόμο εξυπηρέτησης και των δικών της συμφερόντων και διασφάλισης της κυριαρχίας της πάνω στον λαό παρά μόνο στα πλαίσια του καθεστώτος της εξάρτησης (από ΗΠΑ – ΕΕ – ΟΝΕ- ΝΑΤΟ).
  • Όσον αφορά το πολιτικό της προσωπικό όπως εκφράστηκε βασικά μέσα από ΠΑΣΟΚ και ΝΔ υπηρέτησε και υπηρετεί αυτές τις κατευθύνσεις με τον πιο απροκάλυπτο και ξεδιάντροπο τρόπο.  Όλα όσα διακηρύσσονται περί εξόδου από τα μνημόνια, την κρίση περί περάσματος σε τροχιά ανάπτυξης και αποκατάστασης των αδικιών δεν είναι παρά πολιτικάντικα τερτίπια και με στόχο την ανανέωση του ρόλου τους στη υπηρεσία της ίδιας πολιτικής και προώθησης των ίδιων αντιλαϊκών στόχων.  Ταυτόχρονα με βάση την κρίση του πολιτικού συστήματος αλλά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η αστική τάξη ξεπετάχτηκαν από τα σπλάχνα της και δυνάμεις οι οποίες υψώνουν αντιπολιτευτικούς τόνους.  Δυνάμεις καθαρά αστικές που άλλες ενδύονται τον μανδύα του «πατριωτισμού» (ΑΝΕΛ) και άλλες της «ανανέωσης» (ΠΟΤΑΜΙ) ενώ τελευταία ενέσκηψε  και Γ.  Παπανδρέου ως φορέας σοσιαλδημοκρατίας (Αμερικανικού τύπου) .  Από κοντά και δυνάμεις μισορεφορμιστικές τύπου ΔΗΜΑΡ αλλά και άλλες «παλαιοαριστερές»- «νεοπατριωτικές» που διεκδικούν το «μερτικό» τους.  Στην πραγματικότητα όλες αυτές οι δυνάμεις όχι μόνο βρίσκονται εντός πλαισίου αλλά παρά τους υψηλούς τόνους (μέχρις εξαλλοσύνης ορισμένων) εκεί που απευθύνονται είναι η αστική τάξη.  Στην ουσία σ” αυτήν εναποθέτουν την αρμοδιότητα αντιμετώπισης της κατάστασης και την καλούν να αναλάβει τις «εθνικές της ευθύνες».  Με αυτή την έννοια δεν αποτελούν παρά εφεδρείες του συστήματος είτε άμεσα και ενόψει πιθανής αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού και αναζήτησης βιώσιμης πολιτικής λύσης είτε πιο μακροπρόθεσμα.  Γέννημα του συστήματος αλλά και ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το νεοφασιστικό μόρφωμα της (Χρυσής Αυγής) που η παρουσία της έχει ήδη αξιοποιηθεί για την προώθηση αντιδραστικών ρυθμίσεων.  Παρά τις περιπλοκές που προκάλεσε η πρώιμη εκδήλωση των φιλοδοξιών της παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της χρησιμοποίησής της σαν το μαύρο χέρι του συστήματος ενάντια στον λαό και η πιθανότητα αξιοποίησης της σαν σκληρής εφεδρείας στου συστήματος αν οι συνθήκες το καταστήσουν αναγκαίο.
Για τον ΣΥΡΙΖΑ
  • Αν τα προηγούμενα αποτελούν λίγο πολύ κοινό τόπο για τον καθένα το πρόβλημα βρίσκεται στις λεγόμενες και αριστερές δυνάμεις.  Στην πραγματικότητα όλες τους – πλην Λακεδαιμονίων – κινούνται σε βάση αποδοχής των καπιταλιστικών – ιμπεριαλιστικών πλαισίων, αναζητώντας δρόμους και τρόπους άσκησης πολιτικής μέσα σε αυτό και με τους όρους του.  Ακόμη περισσότερο και όσο υπερβολικό και αν ακούγεται αυτό, η πολιτική τους γραμμή έχει σαν πεδίο αναφοράς και εναπόθεσης της τελικής και αποφασιστικής αρμοδιότητας στην αστική τάξη της χώρας.
  • Κατ αρχάς σε σχέση με την δύναμη που προβάλει πλέον σαν βασικός διεκδικητής της κυβερνητικής εξουσίας, τον ΣΥΡΙΖΑ, θα μπορούσε κανείς να σταθεί στο στρογγύλεμα των θέσεων και στόχων του στο οποίο προβαίνει  και  περισσότερο όσο πλησιάζει στο κατώφλι της διακυβέρνησης.  Στις θέσεις και εκτιμήσεις μας αλλά και στον ευρύτερο δημόσιο διάλογο μπορεί να βρει πλήθος αναφορών που επισημαίνουν, αξιολογούν και ερμηνεύουν αυτές τις προσαρμογές του αποκαλύπτουν τις κατευθύνσεις αλλά και τα όρια της πολιτικής του.  Εδώ θα επιλέξω να αναφερθώ στους όρους στη βάση των οποίων ο ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνει και προωθεί την πολιτική του.
  • Η ταξική – κοινωνική αναφορά των δυνάμεων που συγκροτούν τον κεντρικό πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ από υπάρξεώς τους (από το 1968 σαν ΚΚΕ εσωτερικού ή και ακόμη παλιότερα από το 1956 σαν τάση στα πλαίσια του ρεβιζιονιστικού πλέον ΚΚΕ ) ήταν τα μικροαστικά και μεσαία στρώματα.  Στην πράξη και με βάση τις εξελίξεις η επιρροή και η σύνθεσή του περιορίστηκε στην εκπροσώπηση ενός μέρους της μικροαστικής διανόησης (στην πλατιά της έννοια) μιας και τα στρώματα αυτά στο μεγαλύτερο μέρος τους εκφράζονται αρχικά μέσω της Ένωσης Κέντρου και στη συνέχεια μέσω του ΠΑΣΟΚ.  Η μνημονιακή κρίση η ρήξη της σχέσης αυτών των στρωμάτων με το ΠΑΣΟΚ και βασικά μετά τις «πλατείες» έδωσε την δυνατότητα στον ΣΥΡΙΖΑ να ενσωματώσει και να εκπροσωπήσει την δυσαρέσκεια αυτών των στρωμάτων και μέρους των λαϊκών.
  • Σε σχέση με μια τέτοια εξέλιξη και την προοπτική της χρειάζεται εδώ να θυμίσουμε ορισμένα πράγματα.  Τα μεσοστρώματα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες απόχτησαν σημαντικό εύρος, ρόλο και σημασία στην περίοδο μετά τον Β” παγκόσμιο πόλεμο.  Αυτό αποδίδεται από αστούς και ρεφορμιστές αναλυτές στην εφαρμογή των Κεϋνσιανών αντιλήψεων στην οικονομία.  Αυτό που αποσιωπάται είναι οι λόγοι που ανάγκασαν το καπιταλιστικό σύστημα να καταφύγει σε μια τέτοια πολιτική.  Αυτοί δεν είναι άλλοι από την πίεση που ασκούσε το  Εργατικό Λαϊκό Κομμουνιστικό κίνημα και η ύπαρξη των σοσιαλιστικών χωρών και η απειλή που συνιστούσε αυτό για την ίδια την ύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος.
Απέναντι  σε αυτή τη απειλή το  σύστημα επέλεξε μια πολιτική διεύρυνσης της κοινωνικής του βάσης στήριξης μέσω της ευνόησης  της διεύρυνσης των μεσοστρωμάτων και άμβλυνσης των αιχμών των εργασιακών διεκδικήσεων.  Αυτή η εξέλιξη, πέραν των άλλων προσέφερε και την κοινωνική βάση για την αναβάθμιση του ρόλου των ρεφορμιστικών δυνάμεων πράγμα που υποστηρίχθηκε και από την πλευρά της αστικής τάξης και αξιοποιήθηκε για λογαριασμό της.  Η ίδια αυτή εξέλιξη ευνόησε  την διαμόρφωση όρων θεωρητικοποίησης – ιδεολογικοποίησης της.  Βάση της η θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων.  Έκφρασής της η θεωρία του ειρηνικού περάσματος του κοινοβουλευτικού δρόμου για τον σοσιαλισμό, της δυνατότητας μετεξέλιξης του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό, το ιδεολόγημα του « νεωτερικού -καπιταλισμού» των μικρορυθμήσεων, των βαθιών διαρθρωτικών αλλαγών, της « κοινωνίας των πολιτών» της ανάδειξης της δημοκρατίας σε λυδία λίθο των κοινωνικών εξελίξεων, η επίκληση του Σουηδικού μοντέλου του Κέϋνς και σειρά άλλων.
Η περίοδος που διανύουμε
  • το θέμα είναι ότι ήδη έχουμε περάσει σε άλλη περίοδο και τίποτε από τα προηγούμενα δεν έχει πλέων την όποια έστω βάση είχε προηγούμενα.  Το καπιταλιστικό ιμπεριαλιστικό σύστημα δεν αισθάνεται πλέον καμία απειλή από τις δυνάμεις που υπήρξαν ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ύπαρξη του.  Ήδη μετά την επίθεση στην εργατική τάξη την επεκτείνει και στα μεσοστρώματα. Ήδη επεμβαίνει με τον πιο ωμό και πολλές φορές αιματηρό τρόπο σε μια σειρά χώρες.  Ήδη έχει θέσει στο περιθώριο τους ρεφορμιστές (η μοίρα των χρήσιμων ηλιθίων) μια και δεν τους χρειάζεται παρά μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις και μόνο σε βάση μετάλλαξης και μεγαλύτερης προσαρμογής τους στις σημερινές νόρμες  του συστήματος.  Μια τέτοια εξέλιξη και όπως είναι φυσικό προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις των μεσοστρωμάτων σε πανευρωπαϊκή κλίμακα ενώ η έκρηξη των «πλατειών» υπήρξε η έκφραση αυτής της αντίδρασης στη χώρα μας.  Το ποια εξέλιξη θα έχει αυτή, ποια διάρκεια, αντοχή και επιμονή ή το πόσο και πότε θα αρχίσει να « χωνεύεται» σε ποια κλίμακα με βάση και το ποια θα είναι η τελική αναδιάρθρωση μένει να το δούμε.  Εκείνο που δεν πρόκειται να δούμε είναι η αναστροφή στις κατευθύνσεις του συστήματος.
«Επιστροφή»  δεν υπάρχει.
  • Πάνω σε αυτές τις αντιδράσεις και σε αυτήν την τάση της «επιστροφής» πάτησε και ισχυροποιήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ και με ανάλογους κυβερνητικούς στόχους.  Και εδώ χρειάζεται να σταθούμε λίγο περισσότερο σε ορισμένα ζητήματα.  Αν εξετάσει κανείς το σύνολο των αναλύσεων, τοποθετήσεων, προτάσεων κλπ σειράς εκπροσώπων, διανοουμένων, αναλυτών αυτού του φάσματος και όχι μόνο Ελλαδικά αλλά Διεθνώς θα διαπιστώσει ότι παρά την πολυμορφία τους διατρέχονται όλες από την αγωνία της «επιστροφής».  Ταυτόχρονα και σε συνάρτηση με το προηγούμενο έχουν σαν κοινό τους παρονομαστή την «άρνηση της πραγματικότητας».  Καθόλου τυχαία.  Η αναγνώριση της πραγματικότητας όπως αυτή έχει διαμορφωθεί όχι απλά θα τους έβγαζε έξω από τα νερά τους αλλά και θα του έβαζε μπροστά σε απαιτήσεις που ούτε θέλουν ούτε μπορούν να τις αναλάβουν.  Και για να έρθουμε στις εγχώριες εκφράσεις του πράγματος.  Στο δημόσιο διάλογο από πολλούς μπαίνει το ερώτημα για το τι μπορεί να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ (αν το «αφήσουν» κλπ) αν γίνει κυβέρνηση σε σχέση με τους προοδευτικούς φιλολαϊκούς στόχους που θεωρούν ότι θέλει να προωθήσει.  Το ερώτημα έτσι όπως τίθεται είναι  και λειψό και κατά συνέπεια στρεβλό.  Το πραγματικό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι μπορεί να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και το τι πραγματικά θέλει.
  • Η λογική της «επιστροφής» που όπως προαναφέρθηκε χαρακτηρίζει συνολικά αυτό το ρεύμα έχει ένα συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο.  Συνδέεται με την επιδίωξη ενός νέου κοινωνικού-πολιτικού συμβιβασμού με το σύστημα ανάλογου των παλαιοτέρων.  Τους εκπροσώπους αυτού του ρεύματος δεν τους ενδιέφερε ποτέ πραγματικά η μοίρα της εργατικής τάξης, της πλέμπας του « χοντρού λαού» αλλά μόνο της κοινωνικής βάσης στην οποία εδράζονται.  Αυτός είναι  και ο βασικός λόγος που στις «πλατείες» λυσσάγανε για να αποκλείσουν τα συνδικάτα και υποτίθεται γενικά αλλά στην ουσία τα κόμματα και τις οργανώσεις κομμουνιστικής αναφοράς.  Οι ίδιοι που τροφοδότησαν, ενίσχυσαν και ανέδειξαν σαν « αρετές» τα πιο αντιδραστικά γνωρίσματα της μικροαστικής μάζας.  Ταυτόχρονα πάνω σε αυτό και μέσω αυτού επιδιώξανε  την « σύμβαση ανανέωσης» του πολιτικού τους ρόλου.  Άμεση σχέση με αυτό είχε και η αδρανοποίηση του λαϊκού παράγοντα στο μεταξύ διάστημα στην οποία- πέρα από τις ενδογενείς της αιτίες- καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ (και όχι μόνο) ήταν μια μορφή παροχής διαπιστευτηρίων στο σύστημα και σε αναφορά με μια τέτοια επιδίωξη.
Προσαρμογές και σημερινές επιδιώξεις
  • οι εξελίξεις, οι πιέσεις  που ασκούνται και τόσο περισσότερο όσο ο ΣΥΡΙΖΑ προσέγγιζε το κατώφλι της κυβερνητικής εξουσίας τους ανάγκασε σε σειρά προσαρμογών.  Λίγο ως πολύ αντιλαμβάνονται πλέων οτι πραγματική επαναφορά του κοινωνικού στάτους στις προηγούμενες νόρμες δεν είναι εφικτή.  Το ότι διατηρούν (όσο τη διατηρούν) μια ορισμένη ρητορεία ελάχιστη σημασία έχει το ότι μετά τον Ολάντ (που τους» απογοήτευσε») ανακαλύπτουν τον Ομπάμα και τις «θετικές» απόψεις των ΗΠΑ στο θέμα της οικονομίας είναι έκφραση της αγωνίας τους να «πιαστούν» από κάπου.  Όσο για τις απόψεις ότι θα αλλάξουν την κατάσταση στην Ευρώπη και μέσω αυτής της αλλαγής θα αλλάξουν και την κατάσταση στην Ελλάδα ξεπερνάει τα όρια του γελοίου.  Με αυτούς τους όρους αυτό που παραμένει σαν πραγματική βασική τους επιδίωξη είναι η ανάδειξη, αναγνώριση και κατοχύρωση του πολιτικού τους ρόλου, όποιος μπορεί να είναι αυτός στις νέες συνθήκες και συσχετισμούς που έχουν διαμορφωθεί.  Από εκεί και πέρα κάποιες αλλαγές, κάποιες βελτιώσεις σε ορισμένα πεδία που να δικαιολογούν και να παρέχουν βάσεις στήριξης στον ρόλο που επιδιώκουν.
  • Το ερώτημα πλέον αφορά το ποια πραγματική βάση έχουν αυτές έστω οι επιδιώξεις και σε τι μπορεί να ευελπιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ.  Η μία πλευρά της απάντησης βρίσκετε στην στάση των ιμπεριαλιστικών κέντρων αλλά και ντόπιου κεφαλαίου.  Είναι γεγονός ότι θα προτιμούσαν τις δικές τους «δοκιμασμένες» λύσεις και ανθρώπους.  Το αμετακίνητο ωστόσο στοιχείο σε αυτούς βρίσκετε στις βασικές τους επιδιώξεις.  Απ εκεί και πέρα δεν έχουν ταμπού.  Με βάση μάλιστα την φθορά του κυβερνητικού σχήματος αλλά και την αποτυχία ( ως τώρα γιατί έπεται και συνέχεια) διαμόρφωσης αξιόπιστων εναλλακτικών σχημάτων θα μπορούσαν να δοκιμάσουν (ή να «ανεχθούν») λύση με βάση τον ΣΥΡΙΖΑ, υπό τον όρο πάντα της ακόμη μεγαλύτερης μετάλλαξης και προσαρμογής του.  Άλλωστε η ανησυχίες τους δεν έχουν να κάνουν τόσο με αυτόν καθεαυτόν τον ΣΥΡΙΖΑ όσο με τις δευτερογενείς παρενέργειες και αναστατώσεις που μπορεί να προκαλέσει η εκλογή του.
  • Από την μεριά του ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί όσο μπορεί περισσότερο να τους «καθησυχάσει» παρέχοντας αφειδώς τα κάθε είδους διαπιστευτήρια του.  Οι επιτελείς του και τόσο περισσότερο όσο «λιγοστεύουν οι μέρες» έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται τόσο τις δυσκολίες του εγχειρήματος όσο και το βάρος των αδυναμιών του ΣΥΡΙΖΑ.  Την έλλειψη -παρά τα ανοίγματα προς κάθε κατεύθυνση-στερεών  σχέσεων δεσμών και ερεισμάτων στα  ιμπεριαλιστικά κέντρα, το ντόπιο κεφάλαιο και τον κρατικό μηχανισμό.  Την αδύναμη παραγωγική οικονομική βάση της χώρας.  Ένα ζήτημα τη κρισιμότητας του οποίου πολύ καθυστερημένα κάλυψαν και με ελάχιστη σοβαρότητα το αντιμετώπισαν.  Αντίθετα η καλλιέργεια αυταπατών για εύκολες « επιστροφές» είναι ζήτημα που θα το βρουν μπροστά τους.  Ταυτόχρονα ένα πρόβλημα που επιτείνεται από την αναντιστοιχία ανάμεσα στα εκλογικά του ποσοστά και τους πραγματικούς και  στέρεους   δεσμούς με τις λαϊκές μάζες (καμία σχέση λ. χ.  με το ΠΑΣΟΚ του 1981), Τις αδυναμίες του σαν πολιτικός οργανισμός αυτός κάθε αυτός.  Ο αρχικός του πυρήνας ( από τον Συνασπισμό) δεν επαρκεί, ενώ το συνονθύλευμα των συνιστωσών, τα ποντίκια του ΠΑΣΟΚ που μετακόμισαν από το καράβι που βούλιαξε, οι περιφερόμενοι «διανοητές» που «είδαν φως και μπήκαν» δεν παρέχουν εχέγγυα (το αντίθετο) για την επιτυχία του εγχειρήματος.  Αλλά όλα αυτά έτσι η αλλιώς μένει να τα δούμε.
Μια σύντομη αναφορά σε ΚΚΕ – ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Αναφέρθηκα αρκετά, εκτεταμένα στον ΣΥΡΙΖΑ και για λόγους ευνόητους για τον καθένα.  Έχει οπωσδήποτε το δικό της βάρος και σημασία μια αναφορά και στις άλλες δυνάμεις του ευρύτερου αριστερού φάσματος.  Για λόγους ωστόσο οικονομίας αυτού του κειμένου αλλά και για να μην αδικήσω το θέμα θα παραπέμψω σε ήδη δημοσιοποιημένες τοποθετήσεις του χώρου μου που αναφέρονται σε αυτές τις δυνάμεις.  Εδώ θα περιοριστώ σε πολύ σύντομες παρατηρήσεις.
  • Παρακολουθώντας την πολιτική του ΚΚΕ αυτό που διαπιστώνει κανείς είναι οτι η βασική λογική που το διατρέχει είναι αυτή της αυτοσυντήρησης.  Μόνο που κινούμενο σε αυτή την τροχιά « πέτυχε» το ακριβώς αντίθετο.  Αναζητώντας την εξήγηση μιας τέτοιας « ακατανόητης» τακτικής αυτό που βλέπουμε να αναδείχνεται είναι μια κατεύθυνση αποφυγής πολιτικών επιλογών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια πλατιά συγκροτημένη και μετωπική αντιπαράθεση με τις δυνάμεις του συστήματος.  Αν συσχετίσει κανείς αυτήν την επιλογή με την θέση για την « λαϊκή εξουσία» το μόνο που μπορεί να υποθέσει κανείς είναι ότι η ηγεσία του ΚΚΕ σκοπεύει να φτάσει σε αυτήν με   « αερογέφυρα». Όσο για το ανεκδιήγητο σύνθημα  της « αντεπίθεσης» δεν έχει άλλο νόημα παρά της προσπάθειας- ανεπιτυχούς- συγκάλυψης του πραγματικού περιεχομένου και στοχεύσεων της πολιτικής του.
  • Σε σχέση με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα πέριξ αυτής.  Όταν ξεκίνησε αυτό το κείμενο στα υπόψιν ήταν το θέμα ΑΝΤΑΡΣΥΑ- ΠΑΜΕΣ.  Τώρα καθώς τελειώνει,  προβάλλει  με την μορφή ΑΝΤΑΡΣΥΑ -ΜΑΡΣ.  Θα αποφύγω να ασχοληθώ με τα τραγελαφικά  που χαρακτήρισαν τις κινήσεις – προεκλογικής – συγκρότησης αυτού του χώρου.  Θα περιοριστώ σε ορισμένες μόνο παρατηρήσεις.  Η βασική συνεκτική – και κραυγαλέα οπορτουνίστικης υφής -ουσία του εγχειρήματος είναι η εναγώνια προσπάθεια πλασαρίσματος στο πολιτικό παιχνίδι και ενόψει πιθανόν αναδιαμορφώσεων μέσο ενός « καλού « εκλογικού ποσοστού.    Όσον αφορά το βασικό πολιτικό στίγμα αυτό που αναδείχνεται συνδέεται με τις αναφορές στην «ιστορική ευκαιρία» που «χάθηκε» το 2012 (πως και γιατί αλήθεια;) και που « δεν πρέπει να ξανά χαθεί».  Μια πολιτική λογική που διαμορφώνει αυτό το εγχείρημα σε παραπλήρωμα της γραμμής του ΣΥΡΙΖΑ.  Καθόλου τυχαία.   Πέρα από τον οπορτουνισμό του πράγματος οι βαθύτερες αιτίες βρίσκονται στις κοινές κοινωνικές, θεωρητικές,  ιδεολογικές και πολιτικές αφετηρίες όλων αυτών των δυνάμεων και στις οποίες ως ένα βαθμό αναφέρθηκα σε προηγούμενο σημείο αυτού του κειμένου.
  • Κλείνοντας, θα επανέλθω σύντομα σε αυτό που αναφέρεται στην αρχή αυτού του κειμένου.  Οι πραγματικοί ταξικοί κοινωνικοί πολιτικοί συσχετισμοί στη βάση των οποίων κινούνται μέχρι σήμερα τα πράγματα, θα ναι στην ουσία τους ίδιοι και μετά τις εκλογές. Ίδιες συνεπώς και οι απαιτήσεις, ίδια και τα καθήκοντα.  Όσο για τις ιδιαίτερες μορφές μέσα από τις  όποιες θα εκφραστούν όλα αυτά είναι ζήτημα της επομένης.


Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Ο Φόβος...






Λίγα λεπτά πριν ο Ντράγκι ανακοινώσει το τέλος του κόσμου ο Κωνσταντίνος Πουλής και η ΑΝAΣΚΟΠΗΣΗ καταπιάνεται με τον φόβο.